Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα


Γράφει και επιμελείται
Ο Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

Φίλες και φίλοι αναγνώστες, βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου. Το «ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ», παρουσιάζει ένα ιστορικό αφιέρωμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες, κάπως διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Συνήθως η αναφορά στους Αγώνες γίνεται μέσα από ένα πρίσμα εξιδανίκευσης και μυθοποίησης. Είναι μια οπτική που μας κληροδότησε η ρομαντική σκέψη των εμπνευστών της αναβίωσης των Αγώνων του 19ου αιώνα. Εμείς στο αφιέρωμα αυτό θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε φως στους «πραγματικούς» Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαιότητας, με αναφορά στην καταγωγή τους, στις θρησκευτικές και κοινωνικό-πολιτικές  παραμέτρους και στις απόψεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και στοχαστών για τους Αγώνες και τους αθλητές.

Όταν αναφερόμαστε στην κρίση του σύγχρονου Ολυμπιακού Ιδεώδους, με αφορμή τα λογής σκάνδαλα, που συνοδεύουν τόσο την οργάνωση όσο και το κυρίως αθλητικό τους μέρος, συνήθως καταφεύγουμε στο Αρχαίο Ολυμπιακό πνεύμα. Αυτό γίνεται ακριβώς για να περισώσουμε το κύρος των Αγώνων. Για να αντιπαραθέσουμε τα υψηλά ιδανικά της άμιλλας και της αγνής συμμετοχής για το ταπεινό στεφάνι της νίκης, απέναντι στον κερδοσκοπικό ανταγωνισμό των πολυεθνικών εταιριών, τον στυγνό επαγγελματισμό των αθλητών, τα ποικίλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Κοντολογίς καταλήγουμε στο ιδεολογικό έλλειμμα των Αγώνων και στην εκτροπή από την αρχική τους ιδεολογική κοιτίδα. Οι Αρχαίοι Αγώνες προβάλλουν τότε μέσα στην αίγλη της παρθενικής τους αγνότητας, ως αντίποδας στην εκφυλιστική τάση που παρουσιάζουν στις μέρες μας. Ήταν όμως τόσο ιδανικοί οι Αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες, όσο έχουμε την τάση να τους θεωρούμε σήμερα; Η απάντηση που συμπερασματικά δίνει το αφιέρωμα είναι πως, μέχρι ενός βαθμού, όχι. Κι αυτό, δίχως την πρόθεση να απομυθοποιηθούν τα Αρχαία ιδανικά των Αγώνων και των αθλητών, αλλά με τη διάθεση να βρεθεί η χρυσή τομή που αντιστοιχεί στην ιστορική αλήθεια. 


Η καταγωγή των  Ολυμπιακών Αγώνων

Πριν από τα ομηρικά έπη οι μαρτυρίες δείχνουν ότι στην Μινωική Κρήτη διεξάγονταν κάποιου είδους αγώνες, κυρίως τα «ταυροκαθάψια», όπως και στην Εγγύς Ανατολή. Οι αγώνες αυτοί είχαν χαρακτήρα απλής διασκέδασης και τους έλειπε το πνεύμα του ανταγωνισμού που συνάρπαζε τους Έλληνες. Σύμφωνα με τον καθ. Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Παν/μίου Αθηνών, Νίκο Μπεζαντάκο: «το αγωνιστικό- ή μάλλον το ανταγωνιστικό- πνεύμα αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής σκέψεως, πράγμα που αντικατοπτρίζεται σε πολλές ιστορίες της μυθολογίας, αλλά και σε πολλά λογοτεχνικά έργα» (1). Οι Έλληνες είχαν την ικανότητα να μετατρέψουν τα πάντα σε αγώνα. Όχι μόνο την άθληση, αλλά και την ομορφιά, για να θυμηθούμε τον ανταγωνισμό των θεαινών μπροστά στον Πάρι, την τέχνη, το τραγούδι, το θέατρο και πολλά άλλα. Ίσως αυτό να εξηγεί κάπως και τον περιβόητο διαχρονικό ανταγωνισμό της ελληνικής φυλής, που η υπερβολή του τόσα δεινά μας κόστισε. Μια από τις κορυφαίες εκδηλώσεις αυτού του ανταγωνιστικού πνεύματος είναι και οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Το χρονικό σημείο εκκίνησης των Ολυμπιακών Αγώνων είναι αδιευκρίνιστο, παρά την διατηρημένη από τον Παυσανία παράδοση που θέλει την αφετηρία τους το 776 π.Χ. Το πιο πιθανό είναι πως οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν ανασύσταση αρχαιότερων αγώνων, που τελούνταν εκεί και είχαν διακοπεί. Πριν από την τέλεση της πρώτης Ολυμπιάδας το 776 π.Χ., που συμπίπτει και με την επίσημη καταγραφή των νικητών, ο Όμηρος μας παραδίδει στα έπη του μια πρώιμη εικόνα αθλητικών αγώνων με πανελλήνιο χαρακτήρα. Οι άμεσες αναφορές του Ομήρου σχετικά με τη διεξαγωγή αθλητικών αγώνων είναι δύο. Η πρώτη αφορά τους αγώνες που διεξήχθησαν «υπό την αιγίδα του Αχιλλέως» για να τιμηθεί ο νεκρός του φίλος Πάτροκλος και περιγράφονται εκτενώς στη Ραψωδία Ψ (στ. 262-897). Η δεύτερη, μια μικρότερης κλίμακας περιγραφή στην Οδύσσεια, αναφέρεται στους Αγώνες που διοργάνωσε ο Βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα στη Ραψωδία Θ (στ. 100-233), όπου για πρώτη φορά εμφανίζεται και η λέξη «αθλητήρ».

Τα ομηρικά έπη δείχνουν, λοιπόν, πως η προσδιορισμένη διαδικασία διεξαγωγής των αγώνων, προϋπόθετε την ύπαρξη μιας μεγάλης αθλητικής παράδοσης που αργότερα εξελίχθηκε και αναπτύχθηκε περισσότερο. Ο Όμηρος παραδίδει μαρτυρίες και για άλλους αγώνες, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό, με έμμεσο τρόπο, τις αναμνήσεις των ηρώων του Αγαμέμνονα και Νέστορα. Αναφέρονται έτσι αγώνες στη Θήβα και στην Ήλιδα. Ο Όμηρος, επίσης, μνημονεύει αγώνες που έγιναν στη Θήβα για να τιμηθεί ο νεκρός Οιδίπους (Ψ678-680) κ.α. Επιπλέον αναφορά υπάρχει και στο έργο του Ησίοδου «Έργα και Ημέραι» (στ. 654-7), όπου μεταξύ άλλων αγώνων είχαν διεξαχθεί και αγώνες ύμνων με έπαθλο έναν τρίποδα που ο νικητής αφιέρωσε στις Μούσες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναμνήσεις του Νέστορα, στις ραψωδίες Λ-Ψ, (ΙΛ. Λ 698-700) και (Ψ 630-642), καθώς γίνεται άμεση αναφορά για αγώνες στην Ήλιδα, την κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, πολύ πριν το 776 π.Χ. Οι αναφορές αυτές, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες για το έπαθλο των τριπόδων, ενισχύουν την υπόθεση, ότι επρόκειτο για κάποιες προβαθμίδες των αγώνων. Αν και η επικρατέστερη άποψη, όχι απολύτως αποδεκτή, θέλει οι τρίποδες αυτοί που ανακαλύφθηκαν στην Ολυμπία και χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα, να είναι αφιερώματα και όχι βραβεία. Αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού κάθε βραβείο προσφερόμενο στο ναό ενείχε την αξία του αφιερώματος. Πάντως, σκηνές αγώνων από γεωμετρικά αγγεία, που απεικονίζουν ασπίδες και άλογα ως βραβεία, είναι στοιχεία που βαρύνουν υπέρ της πρώτης υπόθεσης. Αυτοί, λοιπόν, οι αγώνες δεν αποκλείεται να αναπτύχθηκαν αργότερα και να πήραν την οριστική τους μορφή, μένοντας γνωστοί ως Ολυμπιακοί Αγώνες, όπου το βραβείο της νίκης ήταν ένα απλό στεφάνι αγριελιάς.

Το πρώτο και πιο σημαντικό αγώνισμα ήταν η αρματοδρομία, ενώ ακολουθούν άλλα επτά: η πυγμαχία, η πάλη, ο δρόμος, η οπλομαχία, η δισκοβολία, η τοξοβολία και ο ακοντισμός. Η επιλογή των πρώτων αγωνισμάτων δεν ήταν τυχαία, αλλά απηχούσε τις αρετές και τις ικανότητες ενός πολεμιστή σε δραστηριότητες καθαρά στρατιωτικές. Την εποχή εκείνη ο αθλητισμός δεν ήταν ξέχωρος από την πολεμική ανδρεία. Σημασία όμως δεν είχε τόσο η νίκη, όσο το ευ αγωνίζεσθαι, και αυτή η αντίληψη, όπως η αναγνώριση και άλλων αξιών πέρα από τη σωματική δύναμη, πέρασε σταδιακά στους μεταγενέστερους αγώνες, κυρίως στους Ολυμπιακούς. Τη σύνθετη ψυχοσωματική οντότητα του ήρωα στα ομηρικά έπη, διακρίνει η αρμονία και η συμμετρία, καθώς το πνεύμα δεν είναι κατώτερο της σωματικής ικανότητας και οι δεξιότητες καθοδηγούνται από  το νου. Υπάρχουν, λοιπόν, κι άλλα χαρίσματα πνευματικής φύσεως που κάνουν τον άνθρωπο αξιοθαύμαστο

Σχετικά με τη λέξη Αγών, να πούμε ότι εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα στα ομηρικά έπη. Σύμφωνα με τον καθ. Κλασικής Φιλολογίας του Παν/μίου Αθηνών Γ. Γιατρομανωλάκη (2), η λέξη, (που προέρχεται από το ρήμα άγω), αρχικά είχε τη σημασία της συνάθροισης, της συνέλευσης και της συρροής πλήθους σε έναν τόπο. Οι λέξεις αγών  και αγορά (από το ρήμα αγείρω) σε πολλές περιπτώσεις δεν διαφέρουν ουσιαστικά στα ομηρικά κείμενα, αφού και οι δύο δηλώνουν συνάθροιση πλήθους σε κάποιον τόπο. Έτσι η κυρίαρχη σημασία, που αποδίδουμε με την λέξη αγώνας και η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα στον πυρήνα της, είναι η ομαδικότητα και η γενική συμμετοχή σε μια προσπάθεια που χαρακτηρίζεται ως αγώνας, είτε πρόκειται για εθνικό, κοινωνικό, πολιτικό, θρησκευτικό ή αθλητικό εν γένει αγώνα.

Ο Παυσανίας αναφέρει (5, 3, 1) ότι ανάμεσα στα αναθήματα στην Ολυμπία μαζί με άλλους θεούς και ήρωες υπήρχε και το άγαλμα του προσωποποιημένου Αγώνος, κατά την προσφιλή συνήθεια των Ελλήνων να προσωποποιούν ακόμη και τις αφηρημένες έννοιες. Ο Αγών παρουσιάζεται με τη μορφή ομώνυμης θεότητας, φτερωτός, με δύο στεφάνια στα χέρια και γυμνός, όπως οι αρχαίοι αθλητές.


Το θρησκευτικό περιεχόμενο των Ολυμπιακών Αγώνων

Στη θρησκευτική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων η πίστη στη μετά θάνατον ζωή ήταν ευρέως διαδεδομένη. Ο νεκρός ήταν ιερός, κατά τον Πλούταρχο «και γαρ όσιον τους μεθεστώτας ιερούς νομίζειν». Όπως παρατηρεί ο καθ. Ν. Μπεζαντάκος: «τις περισσότερες φορές οι αγώνες διεξάγονταν για να τιμηθεί κάποιος νεκρός» (ό,π.σ.7). Έχοντας, λοιπόν, υπόψιν μας ότι: «στην αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν σημαντική η λατρεία των νεκρών, δηλαδή των προγόνων, που ένωνε τους ζωντανούς με τα μέλη της φυλής που είχαν φύγει, η σύνδεση των αγώνων με τα θρησκευτικά ήθη και έθιμα υπήρξε θεμελιακή» (3). Στην περίπτωση των επιφανών νεκρών ήταν συνηθισμένο να διοργανώνονται αθλητικοί αγώνες στα πλαίσια της απόδοσης ιδιαίτερων τιμών.

Οι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες διεξάγονταν προς τιμή των θεών στους χώρους γύρω από τα ιερά τους και ήταν κατά βάση θρησκευτικοί. Τέτοιοι ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που διοργανώνονταν χάριν του Ολυμπίου Διός, τα Νέμεα χάριν του Δία πάλι και ήταν συνδεδεμένοι με ταφικούς αγώνες όπου οι ελλανοδίκες φορούσαν πένθιμο ένδυμα, τα Πύθια χάριν του Απόλλωνα στους Δελφούς, και τα Ίσθμια στην Κόρινθο χάριν του Ποσειδώνα. Η ευαρέσκεια των Θεών για τους αγώνες και η παρέμβασή τους με τρόπο αόρατο, αποτέλεσε πίστη που εκφράστηκε και στα ομηρικά έπη. Οι θεοί, σύμφωνα με τον Όμηρο, όπως στις μάχες έτσι και στους αγώνες βοηθούν ή εμποδίζουν τους ήρωες. Την ίδια στην ουσία άποψη εκφράζει και ο Πίνδαρος, όταν τοποθετεί την θεϊκή εύνοια και βοήθεια πρώτες ανάμεσα στους τρεις βασικούς παράγοντες της νίκης, στους γνωστούς του επίνικους.

Η έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων ακολουθούσε ένα θρησκευτικό τυπικό, που περιλάμβανε προκαθορισμένες τελετές με θυσίες και δεήσεις στο ιερό του Δία. Η σημασία της φλόγας και η πανελλήνια εκεχειρία τελούσαν υπό το θεϊκό κύρος. Πλήθος αναθηματικών τιμητικών μνημείων και αφιερωμάτων με άμεσες θρησκευτικές αναφορές, ανδριάντες με ενεπίγραφες βάσεις από νικητές αθλητές, οικογένειες και νικήτριες πόλεις, τοποθετούνταν στους περιβόλους του ναού και στους γύρω χώρους του σταδίου. Για να έχουμε την πραγματική εικόνα θα πρέπει να φανταστούμε πως θα ήταν, αν σήμερα διοργανώνονταν πανελλήνιοι αγώνες γύρω από κάποιο θρησκευτικό κέντρο, όπου θα συνέρεαν χιλιάδες θεατών για να προσκυνήσουν τα θεία, να συμμετάσχουν στις τελετές και να παρακολουθήσουν τους αγώνες, τοποθετώντας γύρω από την εκκλησία τα αφιερώματά τους.

Έτσι, η σταδιακή παρακμή των αγώνων, από τον 4ο π.Χ., αιώνα και μετά, πρέπει να θεωρείται συνδεδεμένη με την ταυτόχρονη θρησκευτική παρακμή, που παρατηρείται την ίδια εποχή, αφού το έλλειμμα πίστης άμβλυνε και την ηθική προσήλωση των αθλητών απέναντι στον όρκο και την ισχύ των ηθικών αξιών. Έτσι, σύμφωνα με τον Κ. Λιόντη: «Βγαίνοντας από το θολό πεδίο του μύθου, το ιερό στοιχείο των αγώνων υποχωρεί. Σταδιακά περιορίζεται, κερδίζοντας εις βάρος του διάσταση ο κοσμικός χαρακτήρας» (4). Το ίδιο, θα προσθέσω, συνέβαινε σε όλους τους τομείς, καθώς η απομυθοποίηση του ιερού στοιχείου της αρχαίας θρησκείας. ήταν ο βασικός καμβάς, πάνω στον οποίο πήραν μορφή, όλες οι σπουδαίες εξελίξεις του δημόσιου και του πολιτιστικού βίου από τον 5ο π.Χ., έως και τον 3ο μ.Χ., αιώνα.



OI ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΕΣ


Η νίκη στους Ολυμπιακούς και στους άλλους πανελλήνιους αγώνες αποτελούσε για τη συνείδηση του αρχαίου κόσμου μια σημαίνουσα αξία, που τύγχανε της συνολικής κοινωνικής αναγνώρισης. Παράλληλα με την υμνολογία και την καλλιέργεια του αθλητικού ιδεώδους, αρκετοί φιλόσοφοι και συγγραφείς «σχολιάζουν, κρίνουν και καμιά φορά στηλιτεύουν αθλητές και αθλήματα. Υπεργύμναση, αλαζονεία, χρηματισμός, ακαλλιεργησία και κάθε αήθης διαγωγή δέχονται πυρά, λεκιάζοντας την άμεμπτη σήμερα περί αθλητισμού εικόνα των αρχαίων Ελλήνων» καταλήγει ο Κ. Λιόντης (ο,π. σ. 2). Μια προσεκτική ανάγνωση των επικρίσεων των στοχαστών αρκεί για να καταδείξει, πως αιτία τους υπήρξε η κατάχρηση του μέτρου και η μονομέρεια από την πλευρά του αθλητικού κόσμου, σε ό,τι αφορούσε την εφαρμογή της φιλοσοφικής αρμονίας ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα.

Η επικριτική στάση των φιλοσόφων δεν απορρέει από μια έχθρα κατά του αθλητισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν κυρίως σε μια ομάδα «πρωταθλητών», που επιδίδονταν με μανία στη σωματική άσκηση, έχοντας ως μόνο σκοπό  την αξιοποίηση της νίκης προς ίδιον όφελος. Η κριτική ασκείται, λοιπόν, εναντίον ενός ορισμένου τύπου αθλητών για τους οποίους δεν ευθύνεται ο ίδιος ο αθλητισμός. Όπως κι αν έχει η κριτική αυτή δεν φαίνεται ότι άσκησε καθοριστική επίδραση στην κοινωνία, ούτε προκάλεσε κάποιο πλήγμα στην αίγλη των Αγώνων. Η αρνητική κριτική τέλος, επιβεβαίωνε εκ του αντιθέτου το ιδεώδες του «καλού και αγαθού» πολίτη, που εναρμονίζει τις ανάγκες του πνεύματος και του σώματος σε μια σύνθεση που προσδίδει αξία στα συστατικά της μέρη. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται και η αξία του «μέτρου» στην οποία βασίστηκε ολόκληρο το κλασικό οικοδόμημα και αναδείχτηκε ως αξία διαχρονική.   

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Κ. Γογγάκη (5): «Η σωματική άσκηση, όμως, ενίοτε ξεπερνούσε το μέτρο, χωρίς να συνοδεύεται δηλαδή κι από μιαν αντίστοιχη ψυχική καλλιέργεια. Ο ιδιαίτερος τρόπος της ζωής των αθλητών, εξάλλου, μερικές φορές προκαλούσε το δημόσιο αίσθημα, ενώ κι η απόδοση τιμών στους αθλητές έφτανε κάποτε σε όρια υπερβολής, με αποτέλεσμα να υπερτονίζεται η αξία της σωματικής ρώμης σε σύγκριση με τη σημασία της πνευματικής προσφοράς». Το περιεχόμενο αυτής της παρατήρησης, όπως και άλλων που θα εξετάσουμε παρακάτω, φέρνει το πνεύμα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, πολύ πιο κοντά στην υλιστική μονομέρεια της δικής μας εποχής. Αυτή η πέρα από κάθε μέτρο αναγνώριση της αθλητικής νίκης λειτούργησε, δυστυχώς, ως βασικό κίνητρο στη συνείδηση κάποιων αθλητών, ώστε η υπερβολική ενασχόληση με τον αθλητισμό να αποτελεί το μέσο για την εκπλήρωση προσωπικών στόχων και φιλοδοξιών. Έτσι, η επίμονη προσπάθεια για την κατάκτηση της νίκης και τον πρωταθλητισμό, είχε σαν αποτέλεσμα κάποιες φορές να οδηγούνται οι αθλητές στη δωροδοκία, στο χρηματισμό και σε άλλα αθέμιτα μέσα. Αυτή η αντίληψη, ακόμα συχνότερα, οδηγούσε τους αθλητές σε ένα μονομερή τρόπο ζωής, που εμπόδιζε τη σφαιρική ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους με αποτέλεσμα την φανερή δυσαρμονία ψυχής και σώματος.

Την αρνητική κριτική, που άρχισε σταδιακά από τον 7ο π.Χ αιώνα και συνέχισε να αυξάνεται με τη πάροδο του χρόνου όλο και περισσότερο, χαρακτηρίζει μια χρονική σύνδεση με τις γενικότερες εξελίξεις της αρχαίας κοινωνίας. Στα τέλη του 6ου π.Χ., αιώνα με τον Ξενοφάνη, η κριτική κατά του αθλητισμού προσλαμβάνει για πρώτη φορά πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Από τον 5ο π.Χ, αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στο πνεύμα των αγώνων και, κυρίως, στον θρησκευτικό χαρακτήρα τους, ενώ πολλοί αποδοκιμάζουν τη μονόπλευρη και ιδιοτελή άσκηση των αθλητών. Οι Αγώνες αντανακλούσαν ως πανελλήνιος καθρέπτης την εικόνα και το πνεύμα της αρχαίας κοινωνίας. Και αυτή η εικόνα, όπως την προσλάμβαναν οι πιο οξυδερκείς, δεν ήταν καθόλου καλή. Όσο πλησιάζουμε προς την «παρακμή» των Αγώνων, οι εκκλήσεις για τήρηση του μέτρου στην άσκηση των νέων πληθαίνουν, χωρίς όμως αυτές οι διαμαρτυρίες να καταφέρουν να αναχαιτίσουν τον σταθερά επερχόμενο εκφυλισμό.

Στοχαστές εναντίον αθλητών

Ουσιαστικά, οι απόψεις των στοχαστών προσδιορίζουν την αξία του αθλητισμού στην κοινωνική του διάσταση, ως μέσου προσφοράς στην πόλη, διαφοροποιώντας τον από τον αθλητισμό του αυτοσκοπού και της ψυχαγωγίας. Η προσφορά στην πόλη είναι το ανώτερο ιδανικό, που ξεπερνά κάθε ατομικό συμφέρον, και η ανδρεία του πολεμιστή αθλητή είναι χρήσιμη εναντίον των εχθρών, καθώς η μαχητικότητά του είναι εγγύηση για τη σωτηρία της πόλης του. Έτσι ο Τυρταίος, ο Σόλων και ο Πίνδαρος μέσα από τις ωδές του, θεωρούσαν ανώτερους τους πολεμικούς αθλητές (τον ομηρικό τύπο του τη μόνη δικαίωση της σωματικής άσκησης, αφού εκείνο που καθιστά τον πολίτη ωφέλιμο στην πόλη είναι η πολεμική δεξιότητα. Ο Πλάτωνας θα επιμείνει με τη σειρά του στη διάκριση των αθλητών σε πολεμικούς και μη. Η προσφορά των φυλάκων της Πολιτείας του είναι συγκριτικά ανώτερη απ΄εκείνη των αθλητών. Ανάλογες απόψεις θα υποστηρίξουν ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Παυσανίας.

Ο Όμηρος, αν και δεν διατυπώνει κριτική κατά των αθλητών, αφήνει να διαφανεί  η πίστη του σε μια υποστασιακή συμμετρία, καθώς υπαινίσσεται τη σημασία του μυαλού σε κάθε αθλητική προσπάθεια. Ο Ξενοφάνης πιο επικριτικός έθεσε ένα ζήτημα που και στις μέρες μας είναι εξαιρετικά επίκαιρο καθώς: «στην Ελλάδα περισσότερο τιμούν τους αθλητές από τους σοφούς», κατά το: «Η Ελλάδα προσκυνάει σώβρακα και φανέλες» του γνωστού τραγουδιού. Η απόδοση υπέρμετρης αξίας στην αθλητική προσφορά τον δυσαρεστεί, αφού θεωρεί σαν κριτήριο της αρετής το συμφέρον της πόλης, εκτιμώντας ουσιαστικά τη σοφία ως τη μοναδική αρετή.

Ο Ευριπίδης συμμερίζεται τις παραπάνω απόψεις και εκφράζεται με άμεση περιφρόνηση για τους αθλητές, κατηγορώντας τους, ότι δεν αξίζουν ούτε στη μάχη ούτε στην πολιτική. Η ίδια, άδικη ίσως, επίκριση, υποστηρίζεται και από τον Σόλωνα, ενώ ο Ισοκράτης αργότερα, αντιπαραθέτει το πρόβλημα της παροχής μεγάλων αμοιβών στους αθλητές, με την ανύπαρκτη αναγνώριση εκείνων που καλλιέργησαν τις πνευματικές τους δυνάμεις για το γενικό καλό. Ίσως ο Ισοκράτης να μη γνώριζε πόσο επίκαιρες θα μπορούσαν να είναι οι απόψεις του 2.500 χρόνια μετά. Όμως είναι βέβαιο, ότι κάθε σοβαρός άνθρωπος μελαγχολεί στις μέρες μας ακούγοντας για τα υπέρογκα ποσά των ποδοσφαιρικών αμοιβών, όταν γνωρίζει πως υπάρχουν λαμπροί επιστήμονες που δεν υποστηρίζονται, μεγάλοι καλλιτέχνες που δεν τιμώνται, σοφοί που δεν ακούγονται. Συμπερασματικά, οι απόψεις του Ξενοφάνη, του Ευριπίδη και του Ισοκράτη δείχνει πως συμφωνούν σε τρία σημεία:
·         Η απόδοση τιμών στους νικητές είναι υπερβολική.
·         Η σωματική ρώμη δεν προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο.
·         Η πνευματική εργασία και η φρόνηση είναι υψηλότερες αξίες και διαρκέστερες από την ανάπτυξη της σωματικής δύναμης.


Οι αιτίες των επικρίσεων

Οι αιτίες για τις οποίες έγινε σκληρή κριτική από τους Σωκράτη, Διογένη, Επίκτητο, Ιπποκράτη, Γαληνό, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Φιλόστρατο, που τήρησαν γενικά μια περιφρονητική στάση εναντίον των αθλητών, είναι οι εξής: Οι φιλόσοφοι επικρίνουν τα δημόσια προνόμια των αθλητών, όπως η εξασφάλιση ισόβιας σίτισης. Η πολιτική εκμετάλλευση της νίκης, με αφορμή τις αντιπαλότητες ανάμεσα στις πόλεις-κράτη για τον έλεγχο των αγώνων και τις προσωπικές επιδιώξεις των αθλητών, που σκοπό είχαν να εκμεταλλευθούν πολιτικά την δημόσια προβολή και αναγνώρισή τους. Τέτοια παραδείγματα ήταν ο Αθηναίος Ολυμπιονίκης Κύλων (Κυλώνειο άγος), ή ο Αλκιβιάδης, που χρησιμοποίησε τη νίκη του στην ιπποδρομία ως μέσο για την πολιτική του προώθηση. Υπήρξε ακόμη η κατηγορία πως οι Αγώνες ήταν «αριστοκρατικοί», καθώς οι τύραννοι των Συρακουσών Ιέρωνας και Διονύσιος και άλλοι ευγενείς και βασιλιάδες συμμετείχαν σ΄αυτούς.

Η συμμετοχή τους, κυρίως στο αγώνισμα της αρματοδρομίας με τέθριππο, και η επίδειξη ισχύος και πολυτέλειας, ήταν ένα ισχυρό έρεισμα για να κατηγορηθεί το συγκεκριμένο άθλημα πως απευθυνόταν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Η εκτροφή ίππων απαιτούσε υπέρογκες δαπάνες και μόνο οι εύποροι είχαν καιρό για γυμναστική άσκηση, ενώ κατά κανόνα οι συγκεντρώσεις των αθλητικών πανηγύρεων προσέλκυαν πλήθη εμπόρων και μεταπρατών. Σε όλα αυτά μπορούμε να διαπιστώσουμε τη συνάφεια των αρχαίων και των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Και σήμερα τα ιππικά, ιστιοπλοϊκά, χιονοδρομικά και άλλα παρόμοια αγωνίσματα εξακολουθούν να έχουν τον «αέρα» της αριστοκρατικότητας, ενώ το Ολυμπιακό πνεύμα πωλείται και αγοράζεται από τις πολυεθνικές χορηγίες.
Ο χρηματισμός των αθλητών και η καταβολή μεγάλων χρηματικών βραβείων, καθώς η επιδίωξη των πόλεων να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες αθλητικές επιτυχίες, οδηγούσε σε προσφορές και δωροδοκίες. Η εξαγορά της νίκης αντιμετωπιζόταν με τιμωρίες και ηθική κατακραυγή, όταν, φυσικά, μπορούσε να αποδειχθεί. Όσοι αθλητές κατηγορούνταν για χρηματισμό ή εξαγορά της νίκης όφειλαν σύμφωνα με τους κανονισμούς να πληρώσουν πρόστιμο με το οποίο κατασκευάζονταν  τα χάλκινα αγάλματα του Δία, οι λεγόμενες Ζάνες, μπροστά στα οποία έδιναν ιερό όρκο οι αθλητές. Πάντως, οι περιπτώσεις χρηματισμού ήταν ελάχιστες, σε σύγκριση με τον αριθμό των Ολυμπιάδων που πραγματοποιήθηκαν, ενώ αντίθετα φαίνεται μια σταθερή πίστη στο θεσμό των Αγώνων και στις ηθικές αξίες της νίκης.

Η υπερβολή στην εκγύμναση των αθλητών, η οποία όχι μόνο δεν ωφελεί αλλά αντίθετα θεωρείται κι επικίνδυνη για τη σωματική υγεία. Ο Σωκράτης, ο Ιπποκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Γαληνός καταδίκασαν τον «υπέρμετρο» σωματικό κόπο και τη μονομέρεια που δημιουργεί η εξειδικευμένη εκγύμναση και τέθηκαν υπέρ της συμμετρίας. Υποστήριξαν το ιδεώδες της καλοκαγαθίας, την εναρμόνιση δηλαδή της ψυχικής και σωματικής καλλιέργειας. Κάθε πέραν του μέτρου, αποκλειστική και μονοδιάστατη σωματική άσκηση προάγει, κατά τον Πλάτωνα, την αγριότητα και τη σκληρότητα πολύ πέραν του ορίου της ανδρείας. Η μονοδιάστατη σωματική άσκηση θεωρήθηκε και ως εκφραστής της ζωώδους πλευράς της ανθρώπινης φύσης από συγγραφείς, όπως ο Διογένης, ο Γαληνός και ο Λουκιανός.           

Επικρίσεις διατυπώθηκαν και για κάποιες μορφές βίας στα αρχαία αθλήματα, κυρίως στα σκληρά αγωνίσματα της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Η βία ήταν το φυσικό συστατικό του έντονου ανταγωνισμού των ελληνικών πόλεων, ο οποίος αναδεικνύει την αθλητική νίκη σε πολύτιμο όπλο υπεροχής και αυτοπροστασίας (ό.π σ. 10). Ο νέος, όπως υποστηρίζει ο Σόλων, ασκείται σωματικά στοχεύοντας στο να αποβεί ωφέλιμος και σε συνθήκες ειρήνης αλλά και σε περίπτωση πολέμου. Η αντίληψη αυτή ήταν συνδεδεμένη με τις ανάγκες μιας εποχής, όπου οι πόλεμοι αποτελούσαν την καθημερινή σκληρή δοκιμασία της αντοχής των πόλεων-κρατών. Ακόμη έντονες ήταν οι αμφισβητήσεις που αφορούσαν στη δίαιτα των αθλητών, και εκφράστηκαν από τον Πλάτωνα, τον Ιπποκράτη, τον Γαληνό, τον Ευριπίδη, τον Φιλόστρατο, τον Αθήναιο και τον Αριστοφάνη (από αυτόν προέρχεται η φράση «τρώει σαν παλαιστής»), καθώς το διαιτολόγιό τους θεωρείτο υπερβολικό και καταναγκαστικό.



Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ


Από πολλές απόψεις η παρακμή και το τέλος των Αγώνων, ήταν φυσικό και αναμενόμενο γεγονός για τους λόγους που ήδη αναφέραμε. Μετά τον 2ο π.Χ., αιώνα, οπότε καθιερώθηκε η οικουμενικότητα του Ελληνισμού με τον ταυτόχρονο μαρασμό του ελλαδικού χώρου, έσβησε και ο ζήλος των ελληνικών πόλεων να διακριθούν στην άλλοτε ιερή Άλτη. Το θρησκευτικό συναίσθημα των αρχαίων Ελλήνων είχε παρακμάσει και οι Αγώνες, εκκοσμικευμένοι, είχαν απολέσει το ζωογόνο ιερό τους στοιχείο. Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Ρωμαίους τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Οι Αγώνες ελέγχονταν πια από τους κατακτητές και η Ρώμη τότε, όπως η Αμερική σήμερα και κάθε υπερδύναμη, ήθελε να διατηρήσει την υπεροχή της και στο αθλητικό πεδίο. Να θυμηθούμε πως για χρόνια οι Η.Π.Α και η πρώην Σ. Ένωση ανταγωνίζονταν σε ένα ιδιότυπο αθλητικό πόλεμο με έπαθλο τη χρυσή υπεροχή στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Το 86-80 π.Χ, επί Σύλλα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες δέχτηκαν το πρώτο μεγάλο πλήγμα, καθώς η 175η Ολυμπιάδα μεταφέρθηκε στη Ρώμη. Αρκετοί Ρωμαίοι Αυτοκράτορες, όπως ο Τιβέριος και ο θετός του γιος Καίσαρας Γερμανικός, έλαβαν μέρος στους αγώνες παρακινούμενοι από την ακτινοβολία τους. Η τελευταία άνθηση των αγώνων παρατηρείται επί της βασιλείας των Ρωμαίων Αντωνίνων, οπότε επισκέφτηκε την Ολυμπία και ο περιηγητής Παυσανίας, (δίνει άφθονες πληροφορίες για τους Αγώνες στα «Ηλιακά» του) ανάμεσα στα 160-173 μ.Χ. Ήδη από την εποχή εκείνη οι Αγώνες είχαν χάσει τον πανελλήνιο χαρακτήρα τους και ήταν διεθνείς, καθώς συμμετείχαν αθλητές από όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι Αγώνες δεν ήταν πια μια αγωνιστική ιεροπραξία μεταξύ των ελληνικών φυλών, ανθρώπων δηλαδή με κοινά στοιχεία γλώσσας, καταγωγής, θρησκευτικής πίστης, ηθών και πολιτισμού. Ήταν μια κοσμική αθλητική συγκέντρωση, υπό το πρίσμα της ρωμαϊκής παγκοσμιοποίησης, όπου το αισθητικό στοιχείο είχε κυριαρχήσει του ιερού και το πολιτικό του θρησκευτικού. Σύντομα, όταν με την εμφάνιση του χριστιανισμού το ιερό επέστρεψε και κυριάρχησε πάλι του αισθητικού, σ΄ ένα νέο άξονα ισορροπίας, εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή.

Το 393 μ.Χ, έτος της 293ης Ολυμπιάδας, οι Ολυμπιακοί Αγώνες δέχτηκαν τη χαριστική βολή από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, που τους κατήργησε μαζί με άλλους αρχαίους αγώνες. Η κατάργηση αυτή δεν έγινε απότομα, όπως πιστεύουν πολλοί. Το γεγονός περιβάλλεται από έναν αντιχριστιανικό μύθο, σε σχέση με τα όσα πιστεύουν οι υπερασπιστές των «ελληνικών ιερών», και η κατάργηση θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τους ίδιους τους Αγώνες, αλλά και με τις γενικότερες συνθήκες της εποχής. Ο Θεοδόσιος έδωσε τέλος σε κάτι που είχε απολέσει προ πολλού την εσωτερική του ζωή και που ήταν ουσιαστικά νεκρό, σαν άδειο κέλυφος. Έπειτα από χίλια και πλέον χρόνια οι Αγώνες είχαν παρακμάσει. Απόμενε μόνο το φτιασίδωμα της αλλοτινής αίγλης που έδινε ακόμη μια επίφαση ζωής. Ο αρχαίος κόσμος σε αποσύνθεση κατέρρεε. Στη θέση του εμφανίστηκε νέος ο Χριστιανισμός, και κατά συνέπεια παλαιές αξίες καθαιρέθηκαν, αντιπαρατέθηκαν, μετατράπηκαν ή άλλαξαν ριζικά.

Οι αγώνες ήταν κατά βάση θρησκευτικοί, με αγωνιστικές ιεροπραξίες και τελετουργίες παγανιστικές, που η νέα θρησκεία, λειτουργώντας κι αυτή ανταγωνιστικά για την επικράτηση, δε θα μπορούσε να ανεχτεί. Επιπλέον, η εσωτερική πνευματικότητα του Χριστιανισμού της πρώτης εποχής, δεν αντιμετώπιζε το σώμα και τα αθλητικά ιδεώδη όπως η αρχαία θρησκεία. Η κατάσταση του αρχαίου κόσμου ήταν τέτοια, που ο Χριστιανισμός υπήρξε μόνο η αφορμή στο να καταρρεύσει το ετοιμόρροπο οικοδόμημά του. Όπως λέει ο Τ. Κατσιμάρδης, οι πραγματικές διαστάσεις του ιστορικού γεγονότος της κατάργησης: «συσκοτίζονται από απολυτοποιήσεις, οι οποίες προβάλλονται τόσο από άκριτους απολογητές της παύσης, όσο και από ορισμένους φανατικούς κατηγόρους της» (6). Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Ο εθνικός ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος τοποθετεί την κατάργηση στο εξής πλαίσιο: «Η αρχαία θρησκεία κατέρρεε εσωτερικά. Ο αρχαϊκός κόσμος κατέπιπτε βαθμηδόν, οίκοθεν μάλλον ή δι΄εξωτερικής επεμβάσεως (...) Οι εθνικοί (ειδωλολατρικοί) ναοί κατέπιπτον και η πίστις εμαραίνετο και εν γένει το αρχαίον θρήσκευμα εφθείρετο. Αλλ΄εφθείρετο ηρέμα, ως εξ οργανικού θανατηφόρου νοσήματος μάλλον ή δια πληγών έξωθεν καταφερομένων»(7).

Η καταστροφή αρχαίων ναών και πολλών ειδωλολατρικών έργων τέχνης, ήταν συνέπεια της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού. Το γεγονός, ωστόσο, έχει περιβληθεί με πολλές νεοπαγανιστικές υπερβολές και απλουστεύσεις και σε κάθε περίπτωση μπορεί να εξηγηθεί με όρους ιστορικής νομοτέλειας. Σύμφωνα με τον κλασικό βυζαντινολόγο Α. Βασίλιεφ: «Η κατάργηση των Αγώνων ήταν μέρος της αποφασιστικής στάσης του Θεοδόσιου κατά της ειδωλολατρίας» (8). Η απόφαση αυτή που είχε προαναγγελθεί με διάταγμα του 380 μ.Χ., σύμφωνα με τον π. Γ. Μεταλληνό: «ήταν κάτι που επιβλήθηκε από την ιστορική συγκυρία. Όπως είχαν καταντήσει ήδη από τους τελευταίους π.Χ, αιώνες οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η παύση τους το 393 ήταν η μεγαλύτερη γι΄αυτούς ευεργεσία. Θεραπευτική επέμβαση στη μάστιγα μιας νόσου» (9). Ή, όπως διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε μη εκκλησιαστικούς κύκλους: «Η κατάργηση λειτούργησε θετικά για την υστεροφημία τους (των Ολυμπιακών), αφού έθεσε τέρμα σ΄ένα διαρκώς εκφυλιζόμενο θεσμό και με τον τρόπο αυτό διέσωσε το αρχαίο κάλλος καθιστώντας το Ολυμπιακό ιδεώδες αθάνατο στους αιώνες» (10).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Νίκος Μπεζαντάκος: «Οι Αθλητικοί Αγώνες στον Όμηρο» », Ένθετο Η Καθημερινή- ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ. 23-5-04. ( σ. 4)
  2. Γιώργης Γιατρομανωλάκης: «Η λέξη Αγών»,(ό. π. σ. 3)
  3. Γερ. Γερολυμάτος: «Τέχνη και Θρησκεία».
  4. Κ. Λιόντης: πρόλογος σ.2,  Καθημερινή- ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ. 23-5-04.
  5. Κων/να Γογγάκη: «Η αθλητική αξία κατά τους αρχαίους στοχαστές» (ό,π, σ. 8-10)
  6. Τάκης Κατσιμάρδης: «Ιστορία-Γιατί σταμάτησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες», εφημ. Ημερησία-23-5-04.
  7. Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τμ. Γ’, εκδ. Ν.Δ.Νίκαια-Αθήνα.
  8. Α.Α. Βασίλιεφ: «Ιστορία Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Αθήνα 1973.
  9. Γ. Μεταλληνός:Εισήγηση σ΄ εκκλησιαστικό συμπόσιο για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό-(ecclesia.gr)
  10. «Ολυμπιακοί Αγώνες.  Αναφορές και Προσεγγίσεις», συλλογικό του «Αθήνα 2004», εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2001 (άρθρο Θ. Γιαννάκη «Οι Πανελλήνιοι Ιεροί Αγώνες».


(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό, πολιτιστική ΕΝΝΕΑΔΑ, τ. 17ο, 2004)

Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...