Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Σαρακατσάνοι: Από τα τα αρχαιότερα ελληνικά φύλα


Πρόκειται για νομαδικό ελληνικό φύλο, που συνιστά μάλιστα, σύμφωνα με τους ειδικούς, ένα από τα αρχαιότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η ακριβής καταγωγή τους δεν είναι επαρκώς προσδιορισμένη. Μία εκδοχή είναι πως είναι Ακαρνάνες, από την δυτική Αιτωλοακαρνανία δηλαδή, και συγκεκριμένα από την περιοχή του Βάλτου. Άλλη πως κατάγονται από το χωριό Συράκο της Αράχθου κοντά στα Ιωάννινα.

Οι ίδιοι υποστηρίζουν πως οι ρίζες τους εναποτίθενται στα Άγραφα της Πίνδου. Ζούσαν εκεί για αρκετούς αιώνες τηρώντας τα ήθη και τα έθιμα της ελληνικής τους παράδοσης (τιμούσαν τον Άγιο Γεώργιο, τον Άγιο Δημήτριο, κλπ). Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ώθησε τους Σαρακατσάνους να εκφράσουν και αυτοί, όπως όλοι οι Έλληνες, το πένθος τους με έναν ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο.

Τι έκαναν; Ξεκρέμασαν τα κουδούνια από τον λαιμό των προβάτων τους (έθιμο που υφίσταται ως σήμερα για την δήλωση πένθους μετά τον χαμό νέων ανθρώπων), κράτησαν μόνο τα πρόβατα εκείνα που ήταν μαύρα και οι ίδιοι φόρεσαν μαύρα μαντήλια στο κεφάλι τους. Τέλος, αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρο στους Τούρκους και εφ’ εξής άρχισαν να μετακινούνται συνεχώς. Οι Τούρκοι βλέποντάς τους έτσι ντυμένους στα μαύρα και συνεχώς μετακινούμενους, προκειμένου να αποφύγουν την σύλληψη, τους ονόμαζαν «Καρακατσάν», που σημαίνει «μαύροι φυγάδες»! Έτσι προέκυψε και η ονομασία τους με μία μικρή παραφθορά. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες εκδοχές γύρω από την προέλευση της ονομασίας τους. Μία είναι πως το όνομα «Σαρακατσάνος» προέρχεται από το αραβικό –sara-(=γη) και το τουρκικό ρήμα –kacan- (φεύγω), λόγω της συνεχούς μετακίνησής τους. Άλλη εκδοχή είναι πως οφείλεται στο χωριό Σακαρέτσι του Βάλτου Ακαρνανίας.

Όπως ήταν φυσικό, οι Σακατσαναίοι, ως γνήσιοι Έλληνες δεν περιορίστηκαν στις μετακινήσεις αλλά ξεκίνησαν αγώνες εναντίον του κατακτητή και γι’ αυτό οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διωγμούς εναντίον τους.

Ανάμεσα στις μεγάλες επαναστατικές μορφές που γέννησαν οι Σαρακατσάνοι είναι οι Βλαχόπουλοι (Δημήτρης, Αλεξάκης, κ.α.), οι Κατσαντώνηδες, ο Καραϊσκάκης (την καταγωγή του διεκδικούν και οι Βλάχοι), ο Βασίλης Δίπλας, κλέφτης επί Τουρκοκρατίας, ο Δημήτρης «Τσάμης» Καρατάσος, οπλαρχηγός του ’21, ο Κωνσταντίνος Γαρέφης, Μακεδονομάχος και πολλοί άλλοι.

Λόγω του άκρως εχθρικού κλίματος πολλοί Σαρακατσάνοι ταξίδεψαν στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, όπου και έμειναν. Άλλοι πάλι κινήθηκαν προς τον Βορρά, όπου αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα… Με την προσάρτηση της ανατολικής Ρωμυλίας στην Βουλγαρία υποχρεούντο να λάβουν άδεια από τις τουρκικές αρχές, προκειμένου να διαβούν τα σύνορα. Έτσι οι Τούρκοι τους έδιναν ναι μεν την άδεια να φύγουν αλλά δεν τους επέτρεπαν εν συνεχεία να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη. Ως αποτέλεσμα, περίπου 1000 οικογένειες εγκλωβίστηκαν στην Βουλγαρία και 250 στην Γιουκοσλαβία, ενώ πολλοί ξέμειναν στην Σερβία. Πολλοί κατάφεραν να πλουτίσουν και ανακηρύχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, προς τιμήν των οποίων υπήρχαν πολλές επιγραφές γραμμένες στα ελληνικά, λόγω των δωρεών τους! Φυσικά αυτό ενόχλησε τους Βουλγάρους, ώστε έσπευσαν να τις αντικαταστήσουν με βουλγαρικές. Ξέχασαν όμως ότι από τους Σαρακατσάνους διδάχθηκαν την τέχνη της τυροκομικής! Έμαθαν να φτιάχνουν κασέρι, το οποίο έγινε γνωστό στην Βουλγαρία με το όνομα «κασκαβάλι»!

Όταν το 1923 ξεκαθάρισε το ζήτημα των συνόρων οι περισσότεροι Σαρακατσάνοι επέστρεψαν στην γενέτειρά τους και διασκορπίστηκαν σε όλο το ηπειρωτικό κομμάτι της, μεταφέροντας τα έθιμα που είχαν κρατήσει ζωντανά παρά την πολύχρονη απομάκρυνσή τους από την Ελλάδα. Μέχρι σήμερα πολλά Ρουμελιώτικα και Αρβανίτικα έθιμα θεωρούνται Σαρακατσάνικα! Κάποιοι, βέβαια, δεν κατάφεραν να επιστρέψουν, με αποτέλεσμα στις μέρες μας να αριθμούν: 5.000 ή 10.000 ή και 20.000(!) στην Βουλγαρία και κυρίως στις περιοχές του Αίμου, στο Κάρλοβο, στο Καζανλί, στην Ντούμπτσα, και αλλού. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν την ελληνικότητα τους και παρά την διγλωσσία τους (ελληνικά-βουλγαρικά) το καταφέρνουν μια χαρά. Διατηρούν κατά 95% την ενδογαμία, μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα και χορεύουν με την ελληνική μουσική. Όσο για την ενδυμασία τους, αυτή έχει ως εξής: Η ανδρική απαρτίζεται από την κλασσική φουστανέλα, από το σεγκώνι (μάλλινη φουστανέλα με λαγκιόλια, κομμάτια δηλαδή υφάσματος σε τριγωνικό σχήμα ραμμένα μεταξύ τους) και από το ποτούρι (ένα είδος βράκας). Από πάνω φορούν τσαμαντάνι, λευκό πουκάμισο που ενώνεται με την φουστανέλα, στην μέση φορούν ένα μάλλινο ζωνάρι και από πάνω από αυτό το σλιάφι, δερμάτινη ζώνη δηλαδή, και στο κεφάλι έναν βελούδινο μαύρο σκούφο.

Η γυναικεία αποτελείται από το κατασάρκι (μάλλινη φανέλα), το λευκό πουκάμισο με τα κεντημένα μανίκια, την μάλλινη φούστα με τις πολλές αποχρώσεις, το γιλέκο, το ζωνάρι, το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και η παναούλα (μάλλινη υφαντική ολοκέντητη, με χρυσές και ασημένιες κορδέλες, ποδιά, που συμβολίζει την γονιμότητα, την ευημερία και την αφθονία).

Και οι δύο στολές βρίθουν ελληνικών, κυρίως γεωμετρικών συμβόλων, γεγονός που αναδεικνύει την ελληνική καταγωγή των Σαρακατσάνων.

Μερικά χαρακτηριστικά έθιμά τους είναι ο ζωναράδικος χορός που συνοδεύει το τραγούδι «Μικρό Πραγματευτόπουλο», ο βαρύς συρτός στα τρία και οι αστείοι χοροί των τραγουδιών τύπου «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», κλπ.

Τα τραγούδια τους αναφέρονται κυρίως στην αγαπημένη τους πατρίδα, τα Άγραφα, στην Κωνσταντινούπολη, ως την μητέρα όλων των Ελλήνων και στους Αγώνες των Κλεφτών και των Αρματολών.



«Παλιά μου χρόνια και καιροί

χρόνια μου περασμένα

δε θα ξαναγυρίσετε

σε μένα τον μπεκιάρη.



Να πάρω το ντουφέκι μου

και τ’ αλαφρό σπαθί μου,

να πάρω δίπλα τα βουνά

δίπλα τα κορφοβούνια,

να βρω λημέρια κλέφτικα

παλιά χορταριασμένα» (Παλιά μου Χρόνια και Καιροί)



Η γλώσσα τους δεν θα μπορούσε, φυσικά, να μην αναδεικνύει και αυτή με την σειρά της την ελληνικότητά των Σαρακατσάνων! Η διάλεκτός τους, εκτός του ότι διαθέτει πολλά αρχαία ελληνικά στοιχεία, είναι καθαρά βορειοελλαδική, όπως φαίνεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της:

– Αποκοπή του τελικού φωνήεντος -ι, που δεν τονίζεται (π.χ. το βαρέλ, το ελάφ).

– Μετατροπή του -ε-\-αι-, που δεν τονίζονται σε -ι- (π.χ. το πιδί).

– Μετατροπή του -ο- σε -ου-, όπου δεν τονίζεται (π.χ. το μουσχάρι).

– Μετατροπή του αρσενικού άρθρου «ο» σε «ι» (π.χ. ι σκύλους: ο σκύλος).

Και η γλώσσα τους επομένως (αν και δεν είναι αυτό το πρωταρχικό στοιχείο που ορίζει τον Έλληνα), όπως και η κουλτούρα, η παράδοση, η ιστορία, η βαθειά ριζωμένη αγάπη τους για την Ελλάδα και η άσβηστη φλόγα που τους διακατέχει δείχνει την αληθινή τους καταγωγή…






ΠΗΓΗ
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...