Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ελληνικές λέξεις, που σήμερα μας φέρνουν σε αμηχανία


Γιατί να  φταίνε οι λέξεις;

Σε οποιαδήποτε εποχή η «συζήτηση» δύο μικρών παιδιών είναι βέβαιο ότι θα κατέληγε στην… γνωστή ανταλλαγή φιλοφρονήσεων:«έσθιε σπατίλην» (να φας σκ…) «αλλ’ εσύ, ούτος» (εσύ να τα φας, ρε).
Κατά συνέπεια το υπερκείμενο ερώτημα θα έπρεπε να είναι: Γιατί «βρίζουμε»; (τυπικά βέβαια η λέξη από το «ύβρις» που σήμαινε άλλα) Γιατί «χυδαιολογούμε; και γιατί ρέπουμε προς το πονηρό;
Τί θα πει «κακόηχο» ; Ποιος το προσδιορίζει έτσι ; Ποιες οι βαθύτερες ανάγκες που και η Βρισιά και η Χυδαιολογία είναι αναπόσπαστο κομμάτι (και αποδεκτό) του λόγου όλων των λαών, σε κάθε εποχή και ιστορική του περίοδο. Επιπλέον δεν γνωρίζει ΤΑΞΕΙΣ και ΗΛΙΚΙΑ
Και…επιπλέον νιώθουμε μια άφατη ικανοποίηση…

Αυτά ήταν που με έκαναν να γράψω ήδη τα δύο σημειώματα: «Ο Όμηρος έβριζε υπέροχα» «Ομηρικές φράσεις» και «παιδιαρίσματα θεών» και βέβαια το σημείωμα που ακολουθεί, με πολύ ΑΘΩΕΣ κάποτε, πλην ΠΟΝΗΡΕΜΕΝΕΣ, εδώ και καιρό,
Ελληνικές λέξεις. Ελληνικές Λέξεις, που σήμερα μας φέρνουν σε αμηχανία.
Ενδεικτικά:
Αρχίδαμος = Γνωστός ο Σπαρτιάτης βασιλιάς του Πελοποννησιακού πολέμου, ένας από τους πέντε Αρχίδαμους που βασίλεψαν στην Σπάρτη.
ΟΜΩΣ: Ποιος σήμερα, έστω και αρχαιολάτρης , θα έδινε στον γιο του, αυτό το όνομα;
Το ερώτημα άλλωστε «κλασικό»πλέον:

Χυδαίες οι λέξεις ή χυδαίοι οι άνθρωποι;
Στο θέμα μας.
Πριν κάποια χρόνια είχαμε τους «νταβατζήδες». Αποδείχτηκε, λίγο μετά, ότι λέξη «Νταβατζής» είναι και ΕΠΙΘΕΤΟ σε κάποια περιοχή της Ελλάδας. Δηλαδή μια αθώα λέξη.
ΚΑΜΙΑ από τις παρακάτω λέξεις, απολύτως καμιά, δεν είχε το πονηρό νόημα που της δίνουμε σήμερα. Λέξεις που κάποτε χρησιμοποιούντο με ΑΠΟΛΥΤΗ ΦΥΣΙΚΟΤΗΤΑ, στα σπίτια, στα σχολεία, στην δουλειά, ανάμεσα σε γονείς και παιδιά κλπ!
.
ΜΗΠΩΣ Π Ρ Ε Π Ε Ι να τις ΞΑΝΑΔΟΥΜΕ;;;

Ίσως, αν κάποια απ” αυτά διδάσκονταν, πιθανότατα να είχε απαλυνθεί η χυδαιότητα, γιατί θα υπήρχε Η Γ Ν Ω Σ Η των πραγμάτων.
Και κάτι ακόμη: Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, η ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ καθεαυτήν έχει το στοιχείο της ΙΕΡΟΤΗΤΑΣ (!), ως ΑΝΑΓΚΗ ΖΩΗΣ!

Α)Πρώτο πακέτο λέξεων.
μούνος (στον Όμηρο και Ηρόδοτο) = μόνος
(αφίκετο μούνος= έφθασε μόνος του, χωρίς συνοδεία)
μουνόκωλα (Ηρόδοτος)= μικρές, μονοκίονες- μονώροφες (οικοδομές)
(ενδιατρίβει εις μουνόκωλον οικίαν= Ζει, περνάει τον καιρό του σε ένα μονώροφο σπίτι, σε μονοκατοικία).
.
Όταν ο Θουκυδίδης έλεγε «Απεκαύλιζαν το προύχον της εμβολής» εννοούσε ότι οι πολιορκούμενοι έκοβαν, αχρήστευαν, το έμβολο, τον καυλό, το εξέχον τμήμα μιας πολιορκητικής μηχανής. (Πλαταϊκά)
Και ευτυχώς να λέμε που τα «Πλαταϊκά» τα έγραψε ο
Θουκυδίδης και όχι ο πολύ σημαντικός Ιστορικός,
ο Αγαθαρχίδης. Και όμως μας είναι «άγνωστος». Τον ξέρει κανείς; Τον έφαγε η μαρμάγκα τον ερίφη, λόγω…. ονόματος.

Β)(Και πάμε σε ένα γνωστό-άγνωστο πακέτο κυρίως «εργαστηριακών» λέξεων, λέξεις που για το σημερινό αυτί, θεωρούνται ΚΑΚΟΗΧΕΣ, όπως συμβαίνει και με το όνομα της αθλήτριας στην εικόνα από το ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ).
… Πότνια Μουνυχίη, λιμενοσκόπε, χαίρε, Φεραίη
μη τις ατιμήση την Άρτεμιν…
(Καλλιμάχου, Ύμνος εις Άρτεμιν, 257 – 258)
Ο Μουνιχιών = είναι ο δέκατος (Απρίλιος) μήνας στο αττικό ημερολόγιο. (Το Αττικό ημερολόγιο άρχιζε από τον Ιούνιο- Ιούλιο).
Τα Μουνίχια = ετήσια εορτή που γινόταν προς τιμή της Μουνιχίας Αρτέμιδος, ο ιερός ναός της οποίας βρίσκονταν στον ομώνυμο λόφο της Μουνιχίας στον Πειραιά.
Και η περι ής ο λόγος «άγνωστη» ΕΛΛΗΝΙΚΗ (!!!) Μουνιχία= ο σημερινός ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟΣ λόφος της «Λατινόφωνης» Καστέλας του Πειραιά.
Σχετκό:(γράφει ο Κ. Γεωργουσόπουλος: ονομάτων επίσκεψις):
Μόνο η Καστέλλα γλίτωσε (εννοείται από την Ελληνική ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΑ), όχι ως ευρωπαϊκότερη, αλλά διά το κακόηχον (!) αρχαίον Μουνιχία!

Οι Μινύες ήταν ένας από τους επιφανέστερους λαούς της ηρωικής εποχής με κέντρο τον Ορχομενό Βοιωτίας, και εκπροσωπούσαν την ναυτική εμπορική δύναμη της προϊστορικής Ελλάδας. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι του Πειραιά, έφεραν τη λατρεία της θεάς των Θρακών Βενδίοδος (Εκάτης) και της Φεραίας Αρτέμιδος, που λατρευόταν στη Μουνιχία – Καστέλα- σαν «Μουνιχία Αρτεμις».
Η περιοχή είχε ονομαστεί Μουνιχία από τον ήρωα Μούνιχο, γιο του Παντακλέους ή Πεντευκλέους από το γένος των Μινύων, που μετοίκισε μαζί με τους οπαδούς του από τον Ορχομενό στην περιοχή αυτή, αφού μετά τον κατακλυσμό – καταποντισμό είχε μείνει ακατοίκητη.
Πιστεύεται ότι το ιερό της Μουνιχίας Αρτέμιδος βρισκόταν στην κορυφή του λόφου, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο ναός του Προφήτη Ηλία.

Συμπτωματικά: ο Ιανουάριος, στο Αττικό Ημερολόγιο, είναι ο «Γαμηλιών», ο 7ος μήνας, προς τιμήν των Θεογαμίων= γάμου μεταξύ αρχαίων θεών. Τί πιο ΑΘΩΟ; Κι όμως Αποφεύγονται ως κακόηχα (και…. Α Ν Η Θ Ι Κ Α) και το ένα και το άλλο.
Αρχίδαμος = Γνωστός ο Σπαρτιάτης βασιλιάς του Πελοποννησιακού πολέμου, ένας από τους πέντε Αρχίδαμους που βασίλεψαν στην Σπάρτη.
Ποιος σήμερα, έστω και αρχαιολάτρης , θα έδινε στον γιο του, αυτό το όνομα;

ΌΜΩΣ:
Σε αντίθεση με την περίπτωση της Καστέλλας, με τον Αρχίδαμο ή τον Αγαθαρχίδη δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο ηθικό ή μάλλον ηθικολογικό!

Όπως και με την λέξη «Νταβατζής», παρά την νοηματική δείνωση, παρά το πονηρεμένο της υπόθεσης.
Γ) Πάμε σε μια τρίτη κατηγορία λέξεων:Λέξεις πολύχρηστες και σήμερα μεν, με διαφορετικό εντελώς νόημα όμως.Αλήτης= όνομα σημαντικού (απ)οικιστή από τον ενδέκατο π.Χ αιώνα.
ΑΛΛΑ αλητεύω (Όμηρος) = περιφέρομαι άσκοπα.
Δες Ομηρικό «αλητεύοντες ανάγκη= γυρόφερναν αναζητώντας τροφή).
όπως αλήτης (Όμηρος) = και ο τυχοδιώκτης, ο επαίτης, ο ανέστιος (= άπατρις)
(= χωρίς εστία= σπίτι= μόνιμη κατοικία= χωρίς πατρίδα).
Σήμερα μόνο ως βρισιά: «Τα παιδιά που τα λέγαν αλήτες».

Λείψανον= Το διαθέσιμο, το υπόλοιπο, ό,τι έχει απομείνει:
(Το λείψανον της στρατιάς, Το λείψανον του προϋπολογισμού)
Σήμερα, το σκήνωμα, η σορός αγίου (ιερό λείψανο)
ή ενίοτε ως σκληρή ειρωνική έκφραση ( σαν μπαγιάτικο λείψανο κλπ)

Καπότα = η κάπα, ο επενδύτης, το παλτό, το τζάκετ. (αθωότατη λέξη).
Ο Μαθητικος κανονισμός Ορφανοτροφείων Καποδίστρια όριζε σαφώς:
Οι μαθητές έπρεπε καθημερινώς να «αερίζωσιν τας καπότας των»
Μπορούμε να φαντασθούμε σε σημερινό οικοτροφείο παρόμοια εντολή;;;
Σήμερα, προφυλακτικό.

γαμέω-ω = νυμφεύομαι, «παντρεύομαι» (αόριστος «έγημα»). Κυρίως η ενεργητική φωνή για τον άνδρα. (Από το γαμέω= νυμφεύομαι και ο «νυμφίος» )…..γεγαμηκότες= οι παντρεμένοι (νυμφευμένοι).
«Πέλοψ ο Ταντάλειος ες Πίσαν ελθών, γαμεί= νυμφεύεται κόρην Οινομάου, εξ ής Ατρεύς έβλαστεν» (από σχολικό βιβλίο)
Και στον εκκλησιαστικό λόγο: γυναίκα έγημα= είμαι νιόπαντρος ή σωστότερα νεόνυμφος.
Ενώ η γυναίκα (ας το αφήσουμε ασυναίρετο) γαμέεται= υπ-ανδρεύεται (ύπ- ανδρος γυναίκα). Μέσος τύπος- παθητική διάθεση (υπό τον άνδρα).
Παράδειγμα: Λέει η Αθηνά στον Τηλέμαχο για την μητέρα του ΠΗΝΕΛΟΠΗ: ει εφορμάται γαμέεσθαι= αν ποθεί να παντρευτεί. (Οδύσσεια, ραψ.α)
Αλλά ο ίδιος μέσος τύπος, ως διάμεσος αυτή την φορά, είναι ΚΑΙ για τους γονείς, όταν πρέπει αυτοί να βρουν νύφη για τον γιο τους. (κάτι σε προξενιό)

Κατ” ευθείαν το παράδειγμα:
«Πηλεύς, γυναίκα γαμέσσεταί μ ο ι»= Ο πατέρας μου ο Πηλέας θα βρει γυναίκα για μένα, να νυμφευθώ εγώ(λέει ο Αχιλλέας). (Ιλιάδα Ι 394)
(Σημείωση: Υπάρχει και το «γε μάσσεται» σε ορισμένες εκδόσεις, αλλά μάλλον λάθος).
Σήμερα το ρήμα, είτε ενεργητικό είτε μέσο, παραπέμπει στην ερωτική πράξη και μόνο.
(πληροφοριακά: Όταν όμως το ρήμα είχε την αρχική σημασία του,
γαμέω= νυμφεύομαι, παντρεύομαι,
η καθαυτό ερωτική σαρκική πράξη δηλωνόταν με άλλες (πιο συναισθηματικές) λέξεις:
Φιλότης,
φιλότης και ευνή
μίσγομαι
Μίσγεται λάθρη= η κρυφή, η παράνομη συνεύρεση, εν αγνοία των γονιών ή συνήθως του συζύγου.
Βινέω-ώ κλπ.
Έβλαστεν= γεννήθηκε. Σήμερα κυρίως αναφέρεται στα φυτά (βλαστάνουν, βλάστηση, βλαστός, καινούργια βλαστάρια).

Ωστόσο στην γλώσσα μας ο λαός ΚΡΑΤΗΣΕ την αρχική έννοια, ενδεικτική της τρυφερότητας μάνας παιδιού: «κρατάει στην αγκαλιά της το βλαστάρι της». Αλλά και αρχική αντίληψη κληρονομικότητας, συνέχειας DNA! (έβλαστεν)
Νύμφη= Ό,τι και η σημερινή νύφη, αλλά και νύμφη= το νέο, το νεογέννητο (=νεωστί γεγαώσα)
(νύμφες, προνύμφες του μεταξοσκώληκα λ.χ).
Αφήνουμε βέβαια τις μυθολογικές Νύμφες.
Επί τη ευκαιρία: «νύμφη», «πενθερός», «γαμβρός» είναι ΑΥΤΟΥΣΙΕΣ Ομηρικές λέξεις.


Μαλακία: Άλλη μία λέξη που σήμερα φαίνεται κάπως.
Κι όμως είναι λέξη που σήμαινε απλά μαλθακότητα, υπολειτουργία εγκεφάλου,
παθολογία («νόσος και μαλακία» στον εκκλησιαστικό λόγο)
Ενδιαφέρον όμως έχει η κουβέντα του Θουκυδίδη:
(Φιλοκαλούμεν μετ” ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας) (Επιτάφιος).
Ενώ το ΜΕΓΙΣΤΟ βάρος το φέρει το πρώτο μέρος της Θουκιδίδειας κουβέντας, παρόλ” αυτά «δημοφιλές» είναι το δεύτερο.
Κέρατα: Σε μεγάλο βαθμό το νόημα της λέξης «κέρας», «κέρατο» έχει ταυτιστεί με την συζυγική απιστία.
Δεκάδες οι πονηρές εκφράσεις με το κέρατο.
Κι όμως η λέξη «κέρας»: είναι στρατιωτικός όρος= τα πλαϊνά τμήματα, ακόμη σημαίνει το αμυντικό σύστημα των κερασφόρων ζώων και συμβολικά σημαίνει σταθερότητα, θεωρείται σύμβολο δύναμης, ισχύος στις περικεφαλαίες (στις οποίες μπορούσαν να υπάρχουν και μέχρι τέσσερα λεγόμενα κέρατα= ουσιαστικά ήταν τα σημεία όπου ενώνονοταν και εξείχαν οι στρώσεις της Περικεφαλαίας, της ασπίδας κλπ.
Τα… «αφάλια» όπως μεταφράζουν Κακριδής- Καζαντζάκης).

Πιθανή προέλευση σχετικών φράσεων:


 

Σημείωση: Λόγω σκόνης, κουρνιαχτού στην διάρκεια της μάχης, ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ προέκυψε η φράση «το κέρατο πάει σύννεφο», εννοώντας ότι ξεχώριζαν μόνο τα κέρατα από τις περικεφαλαίες των συμπλεκόμενων, μέσα στο «σύννεφο» σκόνης.
Ή πιθανόν σε περίπτωση «ήττας»= Όταν αδυνατούσε δηλαδή να υπερασπιστεί την τιμή του, λ.χ του «έπαιρναν» την γυναίκα, ο χλευασμός «έμεινε με τα… κέρατα», «Σιγά τα κέρατα, δηλαδή την ισχύ», οδήγησε στον σημερινό «κερατά» με απαξιωτικό όμως νόημα.
Αθώο λοιπόν και το κερατάκι στην τούρτα!
Άλλωστε όλοι, σήμερα ειδικά, θα θέλαμε να είχαμε ΣΙΓΟΥΡΑ ΕΝΑ ΚΕΡΑΤΟ:
το Κέρας της Αμάλθειας (=αφθονία στα πάντα).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Όντως, δεν υπάρχουν «χυδαίες» λέξεις. Εμείς τις καταντήσαμε χυδαίες!
.
Τουλάχιστον ας γνωρίζουμε (ΚΑΙ) το ΑΡΧΙΚΟ τους ΝΟΗΜΑ.
Έτσι παραμένουν μεν πονηρές, αλλά όχι και τόσο χυδαίες.
Εξάλλου είναι κομμάτι του Ελληνικού λόγου.



Χρυσόστομος Τσιρίδης


chrisblog.gr


ΦΩΤ ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ



hellinon.net 
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...