Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Πόσο μάλλον ή πόσω μάλλον;


Τις προάλλες, ρώτησε ένας φίλος από το Φέισμπουκ:

Αυτό το ωμέγα στο «πόσω μάλλον», που βλέπω κάθε τόσο εδώ κι εκεί, είναι ικανό να με διαλύσει. Πόθεν;

Το συζητήσαμε εκεί, αλλά επειδή το θέμα έχει ίσως ευρύτερο ενδιαφέρον καλό είναι να το κουβεντιάσουμε κι εδώ. Μάλιστα, παραδέχομαι ότι κακώς δεν είχα ως τώρα γράψει άρθρο, όμως έχω μια καλή δικαιολογία: υπήρχαν στο Διαδίκτυο δύο πολύ καλά άρθρα του φίλου Τιπούκειτου, οπότε η ανάγκη να γράψω κι εγώ δεν ήταν και τόσο επείγουσα. Επειδή τα παλιά εκείνα άρθρα (από το 2007, παναπεί πολύ παλιό με τα ιντερνετικά μέτρα) είχαν καλύψει πολύ καλά το θέμα δεν σκοπεύω να πω τίποτα καινούργιο, πιο πολύ να ανακεφαλαιώσω τα επιχειρήματα. Έχω αντλήσει φυσικά υλικό από τα δύο παλιά άρθρα (το πρώτο και το δεύτερο, εδώ).

Η έκφραση «πόσο μάλλον» σημαίνει «πολύ περισσότερο, ακόμα περισσότερο»: Ανέκαθεν ήταν οικονόμος, πόσο μάλλον τώρα που έχει και οικογενειακές υποχρεώσεις. Είναι έκφραση που χρησιμοποιείται πολύ, αφού έχει ενταχθεί αρμονικά στην καθομιλουμένη. Η γραφή «πόσω μάλλον» για την οποία διαμαρτυρήθηκε ο φίλος μου και που έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια, είναι μπαμπινιωτισμός. Πριν κυκλοφορήσει το λεξικό Μπαμπινιώτη στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ελάχιστοι έγραφαν «πόσω μάλλον». Στα μεταπολεμικά τουλάχιστον χρόνια, είχε επικρατήσει σχεδόν ολοκληρωτικά η γραφή «πόσο μάλλον».
Επειδή για τους ημιμαθείς των μέσων ενημέρωσης το λεξικό Μπαμπινιώτη προσέλαβε, μέσα στην Ηλίθια Δεκαπενταετία, το κύρος γλωσσικού ευαγγελίου, και επειδή το ωμέγα έχει, πώς να το κάνουμε, μια βυζαντινοπρεπή αρχοντιά (είναι, στο κάτω κάτω, μέγα!), πολλοί υιοθέτησαν τον ανυπόφορο αυτό γλωσσικό ακκισμό (ο χαρακτηρισμός είναι του φίλου Τιπούκειτου), είτε επειδή πίστευαν ότι έτσι γίνονται «προσεκτικοί» χρήστες της ελληνικής είτε για να ξεχωρίσουν από την πλέμπα. Πάντως, ο ακκισμός παραμένει, ευτυχώς, μειοψηφικός, όπως δείχνει το γκουγκλ, ενώ από τα μεγάλα λεξικά μας, μόνο ο Μπαμπινιώτης προτιμά τον τύπο «πόσω μάλλον» ενώ το ΛΚΝ και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας καταγράφουν μόνο τον τ. «πόσο μάλλον».
Το «πόσω» είναι δοτική (αν είχαμε ακόμα υπογεγραμμένες θα έπρεπε να βάλουμε, για να κάνουμε και το χατίρι του Χριστιανόπουλου -προλαβαίνω να το αναφέρω εγώ γιατί είναι βέβαιο πως κάποιος θα ανέφερε στα σχόλια τον γνωστό στίχο). Στην αρχαία ελληνική, η έκφραση ήταν «πόσῳ μᾶλλον», π.χ. πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν (Κατά Ματθαίον, 7.11). Πρόκειται για τη λεγόμενη «δοτική του μέτρου», αφού το «μάλλον» εδώ είναι συγκριτικός βαθμός και σημαίνει περισσότερο.
Ωστόσο, τα αρχαία ελληνικά δέχονταν και την αιτιατική του μέτρου, η οποία στη συνέχεια αντικατέστησε τη δοτική σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, κι έτσι σήμερα δεν γράφουμε «τόσω περισσότερον», «ολίγω περισσότερα» κτλ. αλλά «τόσο περισσότερο», «λίγο περισσότερα». Γιατί να κάνουμε εξαίρεση για το «πόσο μάλλον»;
Επειδή είναι στερεότυπη έκφραση (ή «γλωσσικό απολίθωμα»), θα μας απαντούσε κάποιος υποστηρικτής του τ. «πόσω μάλλον», και οι στερεότυπες εκφράσεις πρέπει να γράφονται όπως κληρονομήθηκαν. Ωστόσο, και οι στερεότυπες εκφράσεις κάποιες φορές προσαρμόζονται, ιδίως όταν δεν χρησιμοποιούνται αυτοτελώς αλλά εντάσσονται σε μια φράση της νεοελληνικής. Όπως σωστά λέει ο Τιπούκειτος, όταν τα υποτιθέμενα γλωσσικά απολιθώματα μπορούν να αντικατασταθούν με ισότιμες δομές που αφομοιώνονται ευκολότερα στο κλιτικό ή συντακτικό σύστημα της νέας ελληνικής, τότε πρέπει να υιοθετούνται χωρίς δισταγμό οι ισότιμες ομαλότερες δομές.
Αλλά το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι στην περίπτωση της έκφρ. «πόσω μάλλον», αυτή η υιοθέτηση ισότιμων δομών έχει παρουσιαστεί εδώ και 1700 περίπου χρόνια, από τον 3ο αιώνα της χρονολογίας μας, αφού από τότε αρχίζει να εμφανίζεται ο τύπος «πόσον μάλλον», με αιτιατική, πρώτη φορά στον εκκλησιαστικό συγγραφέα Ιππόλυτο και εξακολουθεί να έχει παρουσία στους επόμενους αιώνες, π.χ. Ἄρτοις τρέφονται πέντε μύριος λεώς· Πόσον σὺ μᾶλλον, ἡ Θεοῦ παραστάτις; σε ποίημα του Γρηγ. Ναζιανζηνού.

Η δοτική και η αιτιατική συνυπάρχουν, λοιπόν, μέσα στους αιώνες, ενώ στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, στη δημώδη γραμματεία, πυκνώνει η χρήση του τύπου «πόσον μάλλον», π.χ. στον ψευδο-Σφραντζή: …εἰς ξενιτείαν νὰ τρέφῃ τόσους μὲ ξένα δουκάτα καὶ ξένας ἐλπίδας, πόσον μᾶλλον τώρα, ὁποῦ ἦλθον καὶ ἄλλοι πλειότεροι, παρὰ ὁποῦ ἦσαν ἐδώ… ή στον Δαμασκηνό Στουδίτη: Ἐὰν οἱ Ἀπόστολοι ὅπου ἦσαν ἄξιοι καὶ καθαροὶ, καὶ πάλιν δὲν ἐδυνήθησαν νὰ ἰδοῦσι τὸ φῶς ἐκεῖνο, πόσον μᾶλλον ἐκεῖνος ὁ κακὸς προδότης καὶ κακὸς φονεὺς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀνάξιος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς…; Ο Στουδίτης γράφει τον 16ο αιώνα, η δε γλώσσα του μοιάζει πολύ με την απλή καθαρεύουσα αλλά και με τη σημερινή νεοελληνική.
Αφού λοιπόν η αλλαγή έχει συντελεστεί εδώ και τόσους αιώνες, και αφού η έκφραση έχει περάσει στην καθομιλουμένη, δεν υπάρχει κανείς λόγος να νεκραναστήσουμε τη δοτική, πόσο μάλλον -σκόπιμα το έβαλα- όταν δεν έχουμε και τη δυνατότητα να τη γράψουμε σωστά. Το αναγνωρίζει αυτό άλλωστε και ο Μπαμπινιώτης, ο οποίος στο μεταγενέστερο Λεξικό Δυσκολιών του δέχεται και την «απλούστερη», όπως τη χαρακτηρίζει, γραφή «πόσο μάλλον». Καλύτερα να ξεχωρίζουν τα κείμενά μας για την εύστοχη και καλαίσθητη χρήση της γλώσσας και όχι για τον ορθογραφικό σουσουδισμό τους.



sarantakos 
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...