Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Φειδίας, o γλύπτης που εξανθρώπισε την θεία μορφή



Το εργαστήριο του Φειδία στην Ολυμπία

Ο μέγιστος γλύπτης της αρχαιότητας  υπογράφει το αριστουργηματικό άγαλμα του Διός στην Ολυμπία, ένα από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου, ως γιος του Χαρμίδη. Υπολειπόμεθα ακριβών πληροφοριών και μόνο μέσω των γλυπτών του έχουμε κάποια σχετικά στοιχεία για αυτόν. Ορίζεται έτσι ως εποχή της δημιουργικής ακμής του μεταξύ 470/460 και 430. Δάσκαλός του, ο Ηγίας ή ο Αργείος γλύπτης Αγελάδας.

Μια ιδιαίτερη πνευματική και καλλιτεχνική προσωπικότητα που, λες και είναι μοιραίο, τελειώνει τη λαμπρή σταδιοδρομία του με ένα θλιβερό γεγονός: Εγκαταλείπει την Αθήνα λόγω καταγγελιών ότι υπεξαίρεσε χρυσό από το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου,  ότι διήγε έκλυτο βίο και ότι βλασφήμησε τα θεία απεικονίζοντας τα χαρακτηριστικά του Περικλή και τα δικά του σε δύο αντιπάλους των Αμαζόνων στην παράσταση της Αμαζονομαχίας στην ασπίδα της Αθηνάς Παρθένου!.. Η σχέση του Φειδία με τον κορυφαίο πολιτικό και τον πνευματικό κύκλο που δημιουργήθηκε δίπλα του, φυσικά, πληρώθηκε πολύ ακριβά! 
Ο Φειδίας δεν ήταν μόνο γλύπτης θεών σε μάρμαρο αλλά και χαλκουργός και ζωγράφος. Υπήρξε μια ξεχωριστή μορφή,  που αντικατοπτρίζεται και στην εξαιρετική θέση που κατείχε στην εκτέλεση του οικοδομικού προγράμματος της Ακρόπολης, το οποίο συνέλαβε και υλοποίησε εν μέρει ο Περικλής παρά τις έντονες αντιδράσεις πολιτικών αντιπάλων και ιερατικών κύκλων των Αθηνών. Απόλυτα δικαιολογημένο λοιπόν που ο Περικλής τον έχρισε «πάντων επίσκοπο», όπως γράφει ο Πλούταρχος στον Βίο του Περικλέους, έχοντας την εποπτεία των έργων και με την καλλιτεχνική του εμπειρία συνέβαλε ασφαλώς αποφασιστικά στη σύλληψη και στη διαμόρφωση του μεγαλεπήβολου προγράμματος.

Ανατολική ζωφόρος

Με τον Φειδία η ανθρώπινη μορφή εξιδανικεύεται  και η θεία μορφή εξανθρωπίζεται. Η «ζωγραφική» ευλυγισία των παραστάσεων  και η προσωπική του συμβολή στην ανθρώπινη παρουσίαση των θεών εισήγαγε τον Φειδία στο πάνθεον των καλλιτεχνών όλων των εποχών. Στα έργα του μετουσιώθηκαν τα οράματα των Ελλήνων σε επίπεδο αισθητικής. Και ήταν οράματα απτά που συμπεριελάμβαναν την πείρα και τον στοχασμό αιώνων. Η μεγαλοφυΐα του Φειδία προσέφερε πρότυπα τελειότητας, θέλησης και δύναμης και τα εικονογράφησε με έμπνευση και ένταση.

Ωστόσο, η προσωπική δημιουργία του, το χέρι και το ύφος, εντοπίζεται κυρίως στην εκτέλεση του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνα, στο οποίο εργάστηκε  πολύ μεγάλος αριθμός  γλυπτών και μαθητευομένων. Παρ’ όλα αυτά η παρουσία του εμπνευσμένου συντονιστή δίνει στο έργο μια θαυμαστή ενότητα. Οι μορφές –πολλές φορές μέσα σε δραματική κίνηση– εντυπωσιάζουν με τη στιβαρότητά τους, την αναπτυγμένη μυολογία των γυμνών είτε με τα πλούσια και βαριά  ενδύματα των ντυμένων. Η τεχνοτροπική αυτή δεξιοτεχνία που ονομάσθηκε «παρθενώνεια»  συσσωρεύει όλη την κλασική γλυπτική.

Το ανώτατο όριο της καλλιτεχνικής δράσης  του Φειδία ορίζεται με το άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου ( Μεγάλη Χαλκή Αθηνά) στην Ακρόπολη των Αθηνών μετά τη νίκη των Ελλήνων στον Μαραθώνα. Η θεά, σε μια ήρεμη στάση,  παριστανόταν ως πολεμική και πρόμαχος της πόλης . Η παράδοση θρυλεί ότι η μύτη του κονταριού της αστραποβολούσε  με τον ήλιο από το Σούνιο. Το έργο είναι γνωστό, δυστυχώς, μόνο από απλοποιημένα ρωμαϊκά αντίγραφα, όπως το παρακάτω.

Το πιο γνωστό όμως άγαλμα της Αθηνάς είναι το λατρευτικό της Αθηνάς Παρθένου στον Παρθενώνα. 


Το κολοσσιαίο μέγεθός του, μαζί με τη βάση έφθανε στα 12 μέτρα, τα πολύτιμα υλικά κατασκευής (χρυσός και ελαφαντοστό) και ο πλουσιότατος ανάγλυφος διάκοσμος το κατατάσσουν στα μνημειώδη έργα της αρχαιότητας. Η θεά, μετωπική και ορθή, κατάφορτη από γλυπτά και ανάγλυφα διακοσμητικά θέματα,  στέκεται πάνω σε ψηλό βάθρο, πάνοπλη, με ασπίδα 4,5 μέτρων ορθή στο ένα της χέρι  και στο άλλο να κρατεί  την πτερωτή Νίκη, ύψους δύο μέτρων. Η κατασκευή του αγάλματος απαιτούσε τεράστιο μόχθο και πολύ χρόνο καθώς, εκτός των άλλων, τα ντυμένα μέρη ήταν κατασκευασμένα από φύλλα χρυσού που αφαιρούνταν για λόγους ασφαλείας (έτσι, ο Περικλής πρότεινε το ζύγισμά τους για να αποδείξει το αβάσιμο των κατηγοριών εναντίον του Φειδία και το 295 π.Χ ο τύραννος Λάχαρης. χρησιμοποίησε τον χρυσό του αγάλματος για την κοπή νομισμάτων) και το πρόσωπο και τα χέρια από ελεφαντοστό. Πάλι δεν διαθέτουμε καλή εικόνα της  ποιότητας του έργου από τα αντίγραφα. Εδώ, η «Αθηνά του Βαρβακείου», ρωμαϊκό αντίγραφο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).



Αλλά, το πιο φημισμένο  χρυσελεφάντινο έργο του Φειδία, αλλά και ολόκληρης της αρχαιότητας, είναι ο Ζευς της Ολυμπίας. Οι πάμπολλες αναφορές των αρχαίων και των μεσαιωνικών συγγραφέων στο άγαλμα  και οι χαρακτηρισμοί που έχουν διατυπωθεί –ότι με το έργο αυτό ο Φειδίας προσέθεσε στην ελληνική θρησκεία, ότι ή ο Φειδίας ανέβηκε στον Όλυμπο για να δει τον Δία ή ότι ο Ζευς κατέβηκε για να τον παραστήσει ο μεγάλος γλύπτης– μαρτυρούν τη συγκλονιστική εντύπωση που προκαλούσε στους θεατές. Το άγαλμα ήταν δυσανάλογα μεγάλο, σε σημείο που ο  Στράβων περιγράφει ότι  αν ο θεός σηκωνόταν θα κατέρρεε η στέγη του κτηρίου.  Ο θεός, με ολύμπια αταραξία,  παριστανόταν καθισμένος σε θρόνο, με το σκήπτρο στο αριστερό χέρι και χρυσελεφάντινο άγαλμα επίσης της Νίκης στο δεξί του χέρι.


Επίσης, εξαιρετικό έργο του ήταν και η Αθηνά Λημνία της Ακρόπολης, αφιέρωμα των κληρούχων της Λήμνου, Αθηναίων πολιτών που μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν κατά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. στη νήσο Λήμνο. Ορειχάλκινο και αυτό, εθεωρείτο το ομορφότερο έργο του. Η θεά ορθή,  με το αριστερό της χέρι στηριζόταν στο δόρυ ενώ με το δεξί της κρατούσε την περικεφαλαία ή, κατ’ άλλους,  μια κουκουβάγια.


Και άλλα αγάλματα θεών έχουν συνδεθεί με τον Φειδία όπως:


Ο Απόλλων του τύπου του Τιβέρεως, που έχει συσχετισθεί με το ανάθημα των Αθηναίων στους Δελφούς, σε ανάμνηση της νίκης του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα. Αριστερά, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτοτύπου του 450 π.Χ.
Ένα ακόμη άγαλμα θεού είναι το γνωστό με το όνομα Ζευς της Δρέσδης,  από το αντίγραφο που φυλάσσεται στην πόλη αυτή. Ο θεός εδώ, στη δεξιά φωτογραφία, παριστάνεται ορθός και θυμίζει αρκετά τον Δία της Ολυμπίας.  Πολλοί ερευνητές όμως πιστεύουν ότι δεν πρόκειται για Δία αλλά για Ποσειδώνα ή Πλούτωνα και το αποδίδουν σε μαθητή του.
TEXNOGRAFIA
Πηγές:
Εικαστικές τέχνες, ΕΑΠ
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος

Τα χαμένα αριστουργήματα του Φειδία

Ο Φειδίας (περ. 490 π.Χ. – 430 π.Χ.) ήταν Έλληνας γλύπτης, ζωγράφος και αρχιτέκτονας, ο οποίος έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ. και θεωρείται ευρέως ως ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες της Κλασικής εποχής. Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός στην Ολυμπία, το οποίο φιλοτέχνησε ο Φειδίας, ήταν ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.
Ο Φειδίας σχεδίασε επίσης τα αγάλματα της θεάς Αθηνάς που βρίσκονταν στην Ακρόπολη των Αθηνών, δηλαδή την Αθηνά Παρθένο, που βρισκόταν μέσα στον Παρθενώνα, και την Αθηνά Προμάχο, ένα κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα που βρισκόταν ανάμεσα στο Ερεχθείο και τα Προπύλαια.
Τα πρώτα έργα του Φειδία ήταν αφιερωμένα εις μνήμην της νίκης των Ελλήνων στον Μαραθώνα εναντίον των Περσών. Στους Δελφούς ο Φειδίας ανήγειρε ένα γλυπτικό σύμπλεγμα από ορείχαλκο, που περιελάμβανε τα αγάλματα του Απόλλωνα και της Αθηνάς, μερικών άλλων ηρώων μαχητών και του στρατηγού Μιλτιάδη.



Αργότερα κατασκεύασε τη χάλκινη Αθηνά Προμάχο που ήταν ανάθημα της Αθήνας στην Ακρόπολη από τα λάφυρα της νίκης. Το άγαλμα είχε ύψος 8-9 μέτρα και όπως αναφέρει ο περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ. Παυσανίας, η αιχμή του δόρατος και η κορυφή του λοφίου από το κράνος της ήταν ορατά από το Σούνιο. Ήταν στημένο μεταξύ Προπυλαίων και Ερεχθείου, όπου διατηρείται η θεμελίωση του βάθρου.
Ο Φειδίας φιλοτέχνησε το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου για το σηκό του Παρθενώνα (446-438 π.Χ.), που είχε κολοσσιαίο μέγεθος και αποτέλεσε καινοτομία στην τεχνική των λατρευτικών αγαλμάτων. Όμως το έργο θα πρέπει να καταστράφηκε από την πυρκαγιά που έπληξε το εσωτερικό του ναού τον 3ο αι. μ.Χ. Έχει απομείνει ένα μέρος της θεμελίωσης του βάθρου στο δάπεδο του Παρθενώνα

Η Αθηνά Παρθένος υπήρξε μία δημιουργία που συνδύαζε τα πολύτιμα υλικά με τα μυθολογικά θέματα και συμπύκνωνε το ιστορικό παρελθόν και τη δύναμη της Αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει το ύψος του αγάλματος (11,544 μ.) και ο Παυσανίας αναλυτική περιγραφή. Μία ιδέα για τον τύπο του αγάλματος παρέχουν τα ρωμαϊκά αντίγραφα, όπως η Αθηνά Lenormant και η Αθηνά του Βαρβακείου (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).
Η θεά ήταν όρθια σε βάθρο ύψους 1,20 μ., φορούσε αιγίδα και πλούσια κοσμημένο κράνος. Στο δεξί της χέρι κρατούσε χρυσή Νίκη, ενώ το αριστερό άγγιζε την ασπίδα, όπου φώλιασε το ιερό φίδι, υπόσταση του μυθικού Εριχθόνιου. Στον ξύλινο πυρήνα του αγάλματος στερεώνονταν τα ενδύματα με μορφή σφυρήλατων ελασμάτων χρυσού, ενώ το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη της μορφής ήταν από πλάκες ελεφαντόδοντου. Ο χρυσός ζύγιζε 44 τάλαντα (1.140 χλγρ)
.Η τεράστια ποσότητα χρυσού έδωσε αφορμή στους εχθρούς του Φειδία να τον κατηγορήσουν για κατάχρηση. Ο Φειδίας απέδειξε την αθωότητά του, επειδή ο Περικλής τον είχε συμβουλέψει να κάνει το χρυσό ένδυμα της Αθηνάς συναρμολογούμενο. Έτσι μπόρεσε να το αποσυναρμολογήσει και να το ζυγίσει. Το βάρος του χρυσού βρέθηκε ακέραιο κι έτσι ο Φειδίας αθωώθηκε. Όμως κατόπιν κατηγορήθηκε για αλαζονεία επειδή στην εξωτερική όψη της ασπίδας της Αθηνάς, που έφερε ανάγλυφη Αμαζονομαχία, παράστησε σε δύο Αθηναίους πολεμιστές το πορτρέτο του Περικλή και το δικό του. Ο Φειδίας συνελήφθη και καταδικάστηκε.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Φειδίας πέθανε στη φυλακή, ενώ σύμφωνα με το χρονικογράφο του 4ου αιώνα π.Χ. Φιλόχωρο, μετά την ολοκλήρωση της Παρθένου ο Φειδίας εγκατέλειψε για πάντα την Αθήνα για να αποφύγει την καταδίκη και πήγε στην Ολυμπία.
Το εργαστήριό του βρισκόταν στην Άλτη. Εκεί, με τους τεχνίτες του εργαστηρίου του και συνεργάτη το γλύπτη Κολώτη, φιλοτέχνησε το κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του Διός, ύψους 11 μ., το διασημότερο έργο του στην αρχαιότητα, ώστε περιελήφθη στα επτά θαύματα του κόσμου.


 


Για το άγαλμα του Διός δεν σώζεται κανένα στοιχείο εκτός από μερικές μικρές παραστάσεις σε νομίσματα της Ηλείας, που δίνουν μία γενική μόνο ιδέα της στάσεως και του σχήματος της κεφαλής. 

Ο θεός ήταν καθισμένος σε θρόνο με σκήπτρο στο αριστερό του χέρι και Νίκη στο δεξί. Στα σανδάλια του αναγραφόταν η επιγραφή «Φειδίας Χαρμίδου υιός μ’ εποίησε Αθηναίος». Τα γυμνά μέρη του σώματος ήταν από ελεφαντόδοντο ενώ τα ενδύματα ήταν από χρυσάφι. Ο θρόνος έφερε πλουσιότατο γλυπτικό διάκοσμο καθώς ήταν από χρυσό, ελεφαντόδοντο, έβενο και πολύτιμους λίθους.


Alma Tadema :Παρουσίαση του Παρθενώνα από τον Φειδία -1868

Δυστυχώς όμως και εδώ τον Φειδία τον κυνήγησε η ίδια μοίρα, αφού ξανά κατηγορήθηκε για κατάχρηση και κλοπή χρυσού και φυλακίστηκε ως το θάνατό του. Το 408 μ.Χ. την εποχή του Θεοδοσίου ο ναός πυρπολήθηκε, και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Θεοδόσιος το 390 μ.Χ. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταστράφηκε από φωτιά το 416 μ.Χ. Ο ναός λεηλατήθηκε από τους Γότθους, και τα υπολείμματά του γίνανε χριστιανικός ναός μέχρι που γκρεμίστηκε από έναν σεισμό. Αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού.



Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τέσσερα μέτρα χώμα.
Το 1958, στη χριστιανική βασιλική που κτίστηκε στη θέση του εργαστηρίου του Φειδία, οι ανασκαφές έφεραν στο φως εργαλεία, θραύσματα από ελεφαντόδοντο, πήλινα καλούπια και λοιπό εξοπλισμό χύτευσης, καθώς και αγγείο με χαραγμένο το όνομα του Φειδία.


H παγκόσμια κλασική Ελληνική γλυπτική

ΛΥΣΙΠΠΟΣ O περιώνυμος άγνωστος



hellinon.net
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...