Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Έρευνα Σοκ: Χωρίς καμία ζήτηση στην αγορά εργασίας ένα στα δύο πτυχία


Υπάρχει ανάγκη ευθυγράμμισης μεταξύ της επιχειρηματικότητας, του εκπαιδευτικού συστήματος και των αναπτυξιακών προοπτικών της χώρας, καθώς το 53% σχεδόν των αποφίτων των ελληνικών πανεπιστημίων παρακολουθούν αντικείμενα σπουδών που δεν συμβάλλουν στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας.

Αυτό διαπιστώνει μελέτη των ΕΥ, Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και Endeavor Greece.

Όπως αναφέρει η έρευνα, η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη επιτύχει τον απαραίτητο μετασχηματισμό που θα επιτρέψει την επιστροφή της χώρας σε ρυθμούς ανάπτυξης και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δε στρέφονται με τον αναγκαίο ρυθμό στους εξαγωγικούς κλάδους που η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες και επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Από την πλευρά του, το εκπαιδευτικό σύστημα δεν εξασφαλίζει στους νέους τις δεξιότητες εκείνες που επιβάλλουν οι σύγχρονες τάσεις της διεθνούς οικονομίας και οι σημερινές αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας. Μόνο αν η επιχειρηματική και εκπαιδευτική κοινότητα συντονίσουν το βηματισμό τους για να οδηγήσουν την οικονομία στο νέο αναπτυξιακό μοντέλο, σύμφωνα και με το παράδειγμα μιας σειράς από βέλτιστες πρακτικές, θα μπορέσει η χώρα να οδηγηθεί σε ουσιαστική και βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτά τα συμπεράσματα προκύπτουν από τη νέα μελέτη που εκπόνησαν από κοινού η ΕΥ, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ) και η Endeavor Greece, με τίτλο «Εκπαίδευση, επιχειρηματικότητα και απασχόληση: Ζητείται προσέγγιση».

Αναλυτικά, σύμφωνα με την έρευνα, σχεδόν δύο στους πέντε φοιτητές σήμερα φοιτούν σε τρεις βασικές γενικές κατευθύνσεις (ανθρωπιστικές επιστήμες, κοινωνικές επιστήμες & επιστήμες της συμπεριφοράς και επιστήμες εκπαίδευσης & κατάρτισης των διδασκόντων), οι οποίες, παρά την αδιαμφισβήτητη αξία τους, δεν είναι αυτές που κατεξοχήν χρειάζεται σήμερα η αγορά εργασίας. Την ίδια ώρα, σε έναν τομέα αιχμής, όπως η πληροφορική, κατευθύνεται μόνο το 4% των φοιτητών, παρά την ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση ειδικών στην Ελλάδα και την πρόβλεψη για 750.000 κενές θέσεις εργασίας στην Ευρώπη έως το 2020. Σε μία προσπάθεια ποσοτικής αποτίμησης της συνεισφοράς του εκπαιδευτικού συστήματος στους αναπτυξιακούς στόχους της χώρας, αξιολογήθηκαν τα τμήματα των ΑΕΙ και ΤΕΙ ως προς τη σχετικότητά τους με τους επιμέρους αναπτυξιακούς τομείς, σταθμισμένα με τους αντίστοιχους αριθμούς των εισακτέων για τα έτη 2016 και 2017. Από την άσκηση αυτή προέκυψε ότι το 53% των φοιτητών κατευθύνονται σε αντικείμενα σπουδών και κλάδους που δε συμβάλλουν στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Σε αντιδιαστολή, τα μεταπτυχιακά προγράμματα προσφέρουν σε 20.000 φοιτητές ετησίως τη δυνατότητα εξειδίκευσης, μερικής ή ριζικής.

Οι μεταβολές στην κατανομή των προπτυχιακών φοιτητών μεταξύ 2008 και 2015 είναι μόνο οριακές, αναδεικνύοντας την αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Οι αλλαγές στους αριθμούς των εισακτέων που ανακοινώθηκαν για το 2017-18 επιβεβαιώνουν την απουσία ενός ξεκάθαρου στρατηγικού σχεδιασμού.

Η μελέτη κατέγραψε επίσης τα στοιχεία επιχειρήσεων για την έναρξη και διακοπή λειτουργίας κατά την περίοδο της κρίσης, διαπιστώνοντας ότι, με εξαίρεση τον τουρισμό, η επιχειρηματικότητα δεν έχει ακόμη στραφεί στους κλάδους εκείνους που παρουσιάζουν πραγματικές ευκαιρίες ανάπτυξης και εξωστρέφειας. Κρίσιμοι κλάδοι, όπως η παραγωγή τροφίμων, η ενέργεια και η έρευνα, παρουσιάζουν σημαντική μείωση μεταξύ 2012 και 2016 και έντονα αρνητικό ισοζύγιο το 2016. Αντίθετα, πρώτη επιλογή των νέων επιχειρηματιών παραμένει ο κατ' εξοχήν εσωστρεφής κλάδος της εστίασης.

Οι τάσεις αυτές επιβεβαιώνονται και από τα στοιχεία της απασχόλησης κατά την περίοδο της κρίσης. Η μελέτη καταγράφει τους κλάδους που υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες θέσεων εργασίας, εκείνους που ανθίστανται στην κρίση και εκείνους που, παρά τη γενική καθίζηση, εξακολουθούν να αναπτύσσονται.

Ο κλάδος των κατασκευών, στον οποίο είχε σε μεγάλο βαθμό στηριχτεί η ανάπτυξη κατά την προηγούμενη δεκαετία, υπέστη το βαρύτερο πλήγμα, χάνοντας το 63,7% των θέσεων εργασίας, ή πάνω από 255.000 εργαζόμενους. Η μεταποίηση ήταν ο δεύτερος σε απώλειες βασικός κλάδος της οικονομίας, έχοντας χάσει πάνω από μια στις τρεις θέσεις εργασίας, ή περισσότερα από 192.000 άτομα. Την ίδια ώρα, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, παρότι παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης, συρρικνώθηκε κατά 20,8%, χάνοντας περισσότερες από 175.000 θέσεις εργασίας. Μόλις πέντε κλάδοι κατέγραψαν αύξηση της απασχόλησης, οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (22,5%), η εστίαση (10,1%), ο τουρισμός (10%) και η ναυτιλία (7,5%), χωρίς, ωστόσο, να καταφέρνουν να αντισταθμίσουν την καθίζηση της υπόλοιπης οικονομίας. Το υψηλότερο ποσοστό αύξησης (22,7%) σημείωσε ο μικρότερος σε απόλυτα μεγέθη κλάδος της ελληνικής οικονομίας, η πληροφορική, δημιουργώντας σχεδόν 5.000 νέες θέσεις εργασίας.


newmoney
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...