Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Τα παιδιά διψούν για αλληλεπίδραση


Θα ήταν αφελές να πούμε ότι τα παι­διά μαγεύονται από την ευκολία μιας δραστηριότητας όπως η τηλεόραση ή ενός τρισδιάστατου παιχνιδιού οθό­νης, που εμπεριέχουν τη μοναχικότητα. Η αλήθεια είναι ότι διψούν για αλληλε­πίδραση.

Διψούν να χρησιμοποιήσουν όσο περισσότερες ικανότητες (φυσικές και πνευματικές) έχουν ανακαλύψει ότι έχουν και αδημονούν να ανακαλύψουν και άλλες.

Ενθουσιάζονται με την ιδέα ό­τι ο σημαντικότερος άνθρωπος στη ζωή τους (ο γονιός) μπορεί να έχει αντίστοι­χες ανάγκες με αυτά.

Είναι απίστευτη η αίσθηση για το παιδί να αντι­λαμβάνεται ότι ο πατέρας ή η μητέρα του πραγματικά χαίρε­ται (και δεν προσποιείται) παίρνοντας μέρος σε μια δρα­στηριότητα μαζί του.

Τελικά, η αλληλεπίδραση αυτή, εκτός α­πό δημιουργική για το παιδί και τη διαπαιδαγώγηση του, γίνεται θεμέλιος λίθος της σχέσης και πολλές φορές αγχολυτική για τον υπερδραστήριο γο­νέα.

Κύριος γνώμονας της συμπεριφοράς του παιδιού είναι σχεδόν πάντοτε η συμπεριφορά του γονέα. Από πολύ μικρή ηλικία το παιδί απευθύ­νεται ακόμα και στις εκφράσεις του προ­σώπου του γονέα για να αποφασίσει αν του αρέσει κάτι ή όχι.

Οσο πιο συχνή η αλληλεπίδραση λοιπόν, τόσο καλύτερη και η αίσθηση που έχει το παιδί για την πραγματικότητα.

Φανταστείτε ένα παιδί που στηρίζει την αντίληψη του για την πραγματικότητα στην εικονική πραγμα­τικότητα ενός κινουμένου σχεδίου (κολ­λημένο μπροστά σε μια οθόνη) και ένα παιδί που κινείται μέσα στην πραγματικότητα (της πόλης του, της γειτονιάς του, της μουσικής, της τέχνης, της Ιστορίας) και μπορεί να ελέγχει την αντίληψη του γι' αυτήν μέσα από τις εκάστοτε αντιδρά­σεις του γονιού.

Το δεύτερο αισθάνεται σιγουριά και σταθερότητα μέσα από τον γονιό για την πραγματικότητα του, ενώ το πρώτο αναρωτιέται γιατί εδώ που ζει όλα είναι τόσο δύσκολα και απαιτούν τόση προσπάθεια.

Το παραπάνω δεν αποτελεί και το μονα­δικό πλεονέκτημα.

Σκεφτείτε πώς δημιουργείται, πώς αναπτύσσεται και πώς εδραιώνεται μια οποι­αδήποτε σχέση στη ζωή ενός ανθρώπου.

Πρέπει να ανακα­λύψουμε τα κοινά ενδιαφέρο­ντα.

Πρέπει να δούμε τον τρό­πο που τα δύο μέλη της σχέσης διαχειρίζονται καταστάσεις. Και βέβαια έχουμε ανάγκη να παρατηρήσουμε αν μπορούμε να συνεργαστούμε.

Για να τα καταφέρου­με όλα αυτά αρκεί να δραστηριοποιού­μαστε μαζί. Πόσο μάλλον στη σχέση που έχει ένας γονιός με το παιδί του.

Αρκεί να ανακαλύψουμε τα κοινά μας ενδιαφέ­ροντα, να διαχειριστούμε μαζί καταστά­σεις και να συνεργαστούμε.

Να βγούμε έξω και να δείξουμε στο παιδί τι μας αρέ­σει, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να μας δείξει και αυτό τι του αρέσει.

Να καλλιεργήσουμε μαζί τις δεξιότητές μας, επιβραβεύοντας ο ένας τον άλλον.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο μένει και το παιδί.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες στην εφηβεία να δημιουργηθεί ένα κοινωνικά δυσλει­τουργικό και μόνιμα ανικανοποίητο παι­δί.

Κάνοντας κάτι διαφορετικό από τα τε­τριμμένα με το παιδί, ο γονιός σίγουρα θα νιώσει σημαντικός και σωστός στον ρόλο του, μια και το παιδί του θα έχει αυ­τόματα την ευκαιρία να γνωρίσει πράγ­ματα που χωρίς τη δική του παρότρυνση θα ήταν απλά ανύπαρκτα.

Αυτή η αίσθη­ση γίνεται αυτόματα αγχολυτική σε μια ζωή που η ρουτίνα αποτελεί το κέντρο της καθημερινότητας.

Έτσι, η κοινή δρα­στηριότητα δεν ωφελεί μόνο τη ζωή και την ανάπτυξη του παιδιού αλλά και την ψυχική υγεία του γονιού.

Είναι αλήθεια λοιπόν ότι πρέπει γονείς και παιδιά να ζουν την πραγματικότητα μαζί όπως είναι, γεμάτοι ενδιαφέρον και άγνωστους κόσμους και όχι έτσι όπως τη ζουν, φυλακισμένοι μέσα σε ένα εύκολο και φαινομενικά ασφαλές περιβάλλον.



Ορέστης Νέτας, Κοινωνικός Ψυχολόγος

Σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 10 Οκτωβρίου 2009

Πηγή: taenoikwkaiendimw

CoverPhoto: @Dima Dmitriev
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...