Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Ποιος σκοτώνει τις δουλειές; Το ελληνικό κράτος κάνει ό,τι μπορεί για να εμποδίσει την ανάπτυξη


Τις τελευταίες μέρες ήρθαν στη δημοσιότητα τέσσερα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία:

1. Σύμφωνα με δηλώσεις του γραμματέα της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ποταμιού Παναγιώτη Καρκατσούλη, η κυβέρνηση έκανε 27.700 προσλήψεις μέσα σε ένα χρόνο, με κόστος 415 εκ. ευρώ. Οι προσλήψεις αυτές δεν έγιναν για να βελτιωθούν οι άθλιες υπηρεσίες υγείας, καθώς προσελήφθησαν μόνο 768 νοσηλευτές, αλλά για να ενισχυθούν δήμοι και υπουργεία με διοικητικό προσωπικό.

2. Οι δαπάνες του ελληνικού Δημοσίου φθάνουν στο 55% του ΑΕΠ, ποσοστό τρίτο υψηλότερο ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προηγούνται η Φινλανδία και το Βέλγιο, τον οποίων όμως οι υπηρεσίες του κράτους προς τους πολίτες –όπως και πολλών κρατών που ξοδεύουν αναλογικά λιγότερα– είναι μη συγκρίσιμες με τις αντίστοιχες της Ελλάδας.

3. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του ΟΟΣΑ που αύξησε τη φορολογία των επιχειρήσεων, την ώρα που αρκετές άλλες χώρες μέλη του οργανισμού τη μείωναν.

4. Τον περασμένο Αύγουστο, στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου, οι απολύσεις ξεπέρασαν τις προσλήψεις κατά 16.000, σημειώνοντας αρνητικό ρεκόρ δεκαετίας.

Τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αλληλουχία. Οι προσλήψεις αυξάνουν τις δημόσιες δαπάνες, χωρίς να σκοπεύουν στη βελτίωση των υπηρεσιών που έχει ανάγκη ο πολίτης. Αντί να μειωθεί το κόστος λειτουργίας του κράτους, αυξάνονται οι φόροι, οι οποίοι επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις και συχνά καθιστούν ασύμφορη τη λειτουργία τους. Οι εργοδότες για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση προχωρούν σε απολύσεις ή αποφεύγουν να κάνουν προσλήψεις.

Το ελληνικό κράτος κάνει ό,τι μπορεί για να εμποδίσει την ανάπτυξη. Δεν είναι μόνο οι φόροι που πνίγουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Το πανάκριβο ελληνικό δημόσιο είναι ανίκανο να πληρώσει για τη λειτουργία των παιδικών σταθμών, των ειδικών μαθημάτων στα σχολεία και αρκετών δομών κοινωνικής πολιτικής. Έτσι εντάσσει στο ΕΣΠΑ τις σχετικές δαπάνες, στερώντας πόρους από αναπτυξιακά έργα που θα μείωναν την ανεργία, θα καλυτέρευαν τη ζωή των πολιτών και θα έκαναν ευνοϊκό το έδαφος για ιδιωτικές επενδύσεις.

Για χρόνια πολλοί πίστευαν ότι οι Έλληνες δικαιούνται να πληρώνονται όσο οι πολίτες των πλούσιων ευρωπαϊκών χωρών, ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ότι η Ελλάδα είναι μαγαζί γωνία και η επιδίωξη κάποιων ξένων κύκλων να την αγοράσουν κοψοχρονιά ήταν αυτό που προκάλεσε την κρίση.

Τα τελευταία χρόνια πράγματι η Ελλάδα έγινε φθηνότερη, αφού κατέρρευσε το σαθρό οικοδόμημα που στήριζε τις προηγούμενες αξίες. Οι τιμές της γης, των κτιρίων, των επιχειρήσεων και της εργασίας μειώθηκαν σημαντικά. Παράλληλα, η εφαρμογή ορισμένων μεταρρυθμίσεων έκανε την οικονομία φιλικότερη προς την επιχειρηματικότητα. Παρόλα αυτά σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει κάτι στην Ελλάδα. Το κράτος πουλάει την περιουσία του σε τιμές που δείχνουν χαμηλές, αλλά σπανίως εμφανίζονται περισσότεροι από ένας αγοραστές.

Στην ιδιωτική οικονομία επιχειρήσεις κλείνουν αντί να ανοίγουν. Και δεν είναι η λιτότητα και ο περιορισμός της κατανάλωσης η αιτία. Για να έχουμε λεφτά να καταναλώσουμε θα πρέπει πρώτα να παράγουμε και να πουλάμε. Γιατί κατανάλωση τροφοδοτούμενη από τον δανεισμό του κράτους και όχι από την παραγωγή δεν είναι συνταγή ανάπτυξης, αλλά η αιτία της χρεοκοπίας.

Ένα από τα αυτονόητα, που πολλοί επιμένουν να αγνοούν, είναι ότι για να λειτουργήσουν επιχειρήσεις που θα προσλάβουν προσωπικό πρέπει να είναι βάσιμη η προοπτική του κέρδους. Διαφορετικά ο επενδυτής θα πάει παραπέρα.

Υπάρχουν χώρες που προσφέρουν είτε χαμηλή φορολογία, είτε φθηνά εργατικά, είτε σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον και στέρεους θεσμούς. Πολλές χώρες προσφέρουν περισσότερα από ένα από τα παραπάνω. Η Ελλάδα, δυστυχώς, προσφέρει τα αντίθετα. Τα μεροκάματα και η φορολογία είναι τα ακριβότερα της γειτονιάς, το κράτος είναι αναξιόπιστο, η απονομή δικαιοσύνης αργή και η πολιτική αστάθεια διαρκής.

Αν δεν θέλουμε να κατρακυλήσουμε εκεί όπου τα φθηνά μεροκάματα θα είναι το πλεονέκτημά μας, θα πρέπει επειγόντως να βελτιώσουμε όλα τα υπόλοιπα. Είναι γεγονός ότι την εποχή των μνημονίων έγιναν αρκετά για να γίνει η οικονομία ανταγωνιστική και με τα χίλια ζόρια η Ελλάδα επέστρεψε στην ανάπτυξη το 2014, ακολουθώντας τις υπόλοιπες χώρες που βρέθηκαν σε πρόγραμμα προσαρμογής.

Όμως οι Έλληνες πολίτες θεώρησαν ότι υπάρχει ένας πιο εύκολος δρόμος, αυτός που υπόσχονταν οι δημαγωγοί. Η απόφαση αυτή είχε πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα. Δημιουργήθηκε μια τεράστια αβεβαιότητα, που κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα, για να δικαιολογηθεί η αναπόφευκτη κολοτούμπα. Θυσιάστηκε η περιουσία του κράτους στις τράπεζες και μπήκαν τα capital controls για να ικανοποιηθεί η φαντασίωση της ισχυρής διαπραγμάτευσης. Μπήκαν νέοι φόροι για να προστατευτούν στρώματα προνομιούχων.

Δεν μας άρεσε ο τρόπος των άλλων χωρών που σήμερα βρίσκονται σε ανάπτυξη. Θέλαμε να δοκιμάσουμε τον ελληνικό τρόπο. Λέγαμε «τι χειρότερο μπορεί να γίνει;» Έτσι θυσιάστηκε η αναμενόμενη ανάπτυξη πάνω από 6% στη διετία και δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Χάθηκαν τόσες δουλειές όταν είχαμε ύφεση, ελλείμματα και τεράστια ανισορροπία μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών. Πληρώσαμε ακριβά για να διορθώσαμε όλα αυτά και μόλις το πετύχαμε, αρχίσαμε να πληρώνουμε τη μεγάλη (αυτ)απάτη.

 
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...