Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο και το έθιμο του Χριστόξυλου.


21/12/16


Σήμερα Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου, ξεκίνησε και τυπικά ο χειμώνας στο βόρειο ημισφαίριο, με το χειμερινό ηλιοστάσιο – τη μεγαλύτερη βραδιά του έτους. Αντίστροφα, στο νότιο ημισφαίριο θα αρχίσει το καλοκαίρι, με τη διάρκεια της μέρας στο αποκορύφωμά της.

Όταν ο Ήλιος φτάνει στο φθινοπωρινό ισημερινό σημείο του το Σεπτέμβριο, υπάρχει περίπου ίση μέρα και νύχτα, αλλά στη συνέχεια σταδιακά αυξάνεται η νύχτα σε βάρος της μέρας. Όταν ο Ήλιος περάσει το νοτιότερο σημείο της τροχιάς του, το χειμερινό ηλιοστάσιο, αρχίζει και πάλι να σκαρφαλώνει κάθε μέρα όλο και πιο ψηλά στον ουρανό, με αποτέλεσμα η ημέρα να κερδίζει ξανά το χαμένο «έδαφος», έως ότου στην εαρινή ισημερία το φως και το σκοτάδι έχουν πάλι σχεδόν ίση διάρκεια.








Ηλιοστάσιο ονομάζεται η χρονική στιγμή κατά την οποία ο άξονας της Γης εμφανίζεται στραμμένος όσο περισσότερο προς ή μακριά από τον Ήλιο συμβαίνει κατά την ετήσια τροχιά της Γης γύρω από αυτόν. Αυτό ισοδυναμεί με τον Ήλιο να βρίσκεται στο βορειότερο ή στο νοτιότερο σημείο του ουρανού που βρίσκεται το μεσημέρι, όπως εμφανίζεται σε εμάς πάνω στην επιφάνεια της Γης.

Η λέξη προέρχεται από το «ήλιος» και το «στέκομαι» - «στάση» επειδή κοντά στα ηλιοστάσια (λίγες ημέρες πριν ή μετά) ο Ήλιος φαίνεται να επιβραδύνει τη φαινομενική κίνησή του προς τα βόρεια ή προς τα νότια (κίνηση στην απόκλιση), μέχρι που την ημέρα του ηλιοστασίου αυτή η κίνηση μηδενίζεται και αντιστρέφεται.

Εξίσου σωστό ετυμολογικά είναι και το συνώνυμο «ηλιοτρόπιο». Με την ευρύτερη σημασία, ο όρος «ηλιοστάσιο» σημαίνει και την ημέρα που παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, δύο φορές τον χρόνο, τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο.

Τα ηλιοστάσια, όπως και οι ισημερίες, συνδέονται αναπόσπαστα με τις εποχές του έτους.

Η αιτία της υπάρξεως των εποχών του έτους είναι ότι ο άξονας περιστροφής της Γης γύρω από τον εαυτό της δεν είναι κάθετος στο επίπεδο της περιφοράς της γύρω από τον Ήλιο, αλλά (στα χρόνια μας) σχηματίζει μία γωνία περίπου 23° 26΄ (αποκαλούμενη λόξωση της εκλειπτικής), ενώ ταυτόχρονα ο άξονας κρατά την ίδια διεύθυνση στον χώρο.

Ως αποτέλεσμα, τη μισή χρονιά (από τις 20 Μαρτίου ή 21 Μαρτίου ως τις 22 Σεπτεμβρίου ή 23 Σεπτεμβρίου) το βόρειο ημισφαίριο «γέρνει» προς τον Ήλιο, με το μέγιστο περί τις 21 Ιουνίου, ενώ την άλλη μισή χρονιά το νότιο ημισφαίριο είναι αυτό που «βλέπει» περισσότερο ήλιο, με το μέγιστο περί τις 21 Δεκεμβρίου.





Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο στη Λαογραφία

Οι Ρωμαίοι στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Βρουμάλια (Brumalia < bruma = η τροπή του Ηλίου), που ήταν αφιερωμένα στη μικρότερη ημέρα του χρόνου και στα γενέθλια του Μίθρα, του ανίκητου Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti), που είχε καθιερωθεί επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού το 275.

Νωρίτερα, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Σατουρνάλια (17-23 Δεκεμβρίου), όπου επικρατούσε κλίμα γενικής ευφορίας και ανταλλάσσονταν δώρα. Και οι δύο αυτές γιορτές είχαν αναφορές στα αρχαιοελληνικά Κρόνια.

Στα βυζαντινά χρόνια τα Βρουμάλια διαρκούσαν από τις 24 Δεκεμβρίου έως τις 17 Ιανουαρίου. Τις ημέρες αυτές οι αυτοκράτορες προσέφεραν δώρα στους συγγενείς τους φίλους και στο προσωπικό των ανακτόρων. Η Σύνοδος της Ρώμης το 743 κατάργησε τις γιορτές, θεωρώντας τες ειδωλολατρικές. Οι Χριστιανοί ήδη από τον έκτο αιώνα γιόρταζαν στις 25 Δεκεμβρίου αντί του Μίθρα τον «Ήλιο της Δικαιοσύνης» Ιησού Χριστό και τη γέννησή του.

Οι αγγλοσαξωνικοί λαοί τιμούσαν το χειμερινό ηλιοστάσιο με παγανιστικές ηλιολατρικές γιορτές, όπως το άναμμα φωτιάς (Yule Log), για να χαιρετίσουν την επάνοδο του ήλιου στο βόρειο ημισφαίριο. Παλαιότερα συνηθιζόταν την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου να τοποθετείται στο αναμμένο τζάκι ένα αρκετά μεγάλο ξύλο, που ονομαζόταν μαμμή ή μπάμπω.

Εδώ βρίσκονται οι ρίζες και του εθίμου του Χριστόξυλου.

(Το έθιμο του Χριστόξυλου έχει ως εξής: Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει σε κάθε σπίτι να καίει η φωτιά όχι μόνο για να αποτρέπονται οι ανεπιθύμητοι καλικάντζαροι αλλά και για να ζεσταθεί ο μικρός Χριστός. Έτσι το πιο διαλεκτό και μεγάλο κούτσουρο, φυλαγμένο ως τότε, το προσκομίζουν στο τζάκι τη παραμονή και το ραίνουν με αμύγδαλα και καρύδια, με ξηρούς δηλαδή καρπούς της περασμένης πλέον χρονιάς. Τα παιδιά του σπιτιού τρέχουν τότε να μαζέψουν τα «καταχύσματα» αυτά όπως μαζεύουν τα κουφέτα που ρίχνουν στους νεόνυμφους στην εκκλησία. Το κούτσουρο αυτό με το άναμμά ονομάζεται Χριστόξυλο.

Σε μερικά μέρη τη φωτιά αυτή των Χριστουγέννων, πριν την ανάψουν ή και μετά, τη σταυρώνουν τρεις φορές, χύνοντας επάνω της σταυρωτά κρασί κόκκινο. Δηλαδή επιβιώνει ακέραια η αρχαία τελεστική σπονδή που συνηθιζόταν να γίνεται στην «ιερή εστία» του σπιτιού.

Επίσης με το άναμμα του Χριστόξυλου, σε πολλά μέρη οι γεωργοί φέρνουν κοντά στη φωτιά γεωργικά εργαλεία που τα μετατρέπουν σε λιβανιστήρια, βάζοντας επάνω κάρβουνα και θυμίαμα και θυμιατίζουν τα δωμάτια, τα πρόσωπα, το στάβλο, τα ζώα κλπ. Επίσης σε κάποια μέρη διαλέγουν ένα παιδί για να ανακατέψει τη φωτιά δίνοντάς του ένα ραβδί. Ανακατεύοντας τη φωτιά λέει τη ευχή και μαζί προφητεία: "Πουλιά, κατσίκια, αρνιά, γρόσια", δηλαδή την Άνοιξη οι κότες να γεννήσουν πολλά μικρά και πλούσια κτηνοτροφία που θα φέρει πολλά κέρδη.

Όταν ακόμη τελειώσει το Δωδεκαήμερο πολλοί πιστεύουν ότι η στάχτη από το Χριστόξυλο έχει χρήσιμες διότητες για τη σοδειά των χωραφιών, γι' αυτό και τη μαζεύουν και μετά τα Θεοφάνια τη ρίχνουν στο νιόβγαλτο γέννημα.

Δεν θα πρέπει να συγχέεται η στάχτη του Χριστόξυλου με τις στάχτες όλου του Δωδεκαήμερου που έχουν σχέση με το έθιμο των καλικάντζαρων

Με τα έθιμα αυτά γίνεται παραδεκτός ο γεωργικός χαρακτήρας των Χριστουγέννων.
Εδώ να επισημάνουμε πως σε αντίθεση με τη φωτιά στο τζάκι των σπιτιών, κατά τη περίοδο των Χριστουγέννων, οι υπαίθριες φωτιές έχουν πανάρχαια καταγωγή.

Ο αρχαίος κόσμος πρόσεξε στην εποχή του Χειμώνα πως σταδιακά ο Ήλιος φώτιζε όλο και λιγότερο (χειμερινό ηλιοστάσιο), έτσι άρχισαν να φοβούνται πως μετά από κάποια νύκτα δεν θα ξημέρωνε ποτέ. Κοντά στο χειμερινό ηλιοστάσιο, είδαν πως έπαψε να λιγοστεύει η ημέρα και αντίθετα αυτή να αυξάνει. Τότε άναψαν μεγάλες φωτιές και πανηγύριζαν τη «νίκη» του Θεού Ήλιου έναντι του Θεού Κρόνου. Γι' αυτό και οι γιορτές των Κρονίων ήταν οι μόνες γιορτές που τιμούσαν «ήττα» Θεού σε αντίθεση με όλες τις άλλες που ήταν ικετικές ή θριαμβικές. )


Ένα ενδιαφέρον εθιμικό δρώμενο του χειμερινού ηλιοστασίου τηρείται μέχρι σήμερα στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας. Οι συμμετέχοντες χωρίζονται σε δύο ομάδες, στους Καθαρούς και τους Ακάθαρτους.

Οι Καθαροί, ντυμένοι με την τοπική ενδυμασία -σκουροπράσινο σακάκι και μαύρο δερμάτινο παντελόνι- φορούν στο κεφάλι ένα είδος ψεύτικης κόμμωσης σε διάφορα σχήματα, που πολλές φορές φτάνει σε ύψος τα τρία μέτρα και σε βάρος τα είκοσι πέντε κιλά!

Οι Ακάθαρτοι φορούν προβιές και στα πρόσωπά έχουν άγριες μάσκες. Η γιορτή αυτή, κατά την παράδοση, έλκει την καταγωγή της από τη λατρεία της τευτονικής θεάς της γονιμότητας Πέρτχα ή Πέρχθα.

Αρκετοί συνδέουν το χειμερινό ηλιοστάσιο με το Στόουνχεντζ.Ουδείς βέβαια μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα γιατί χτίστηκε το Στόουνχεντζ πριν από 5.000 χρόνια, αλλά θεωρείται αρκετά ισχυρό ενδεχόμενο να σηματοδοτούσε τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες. Αυτό συμβαίνει επειδή η δομή του είναι ευθυγραμμισμένη με το ηλιοβασίλεμα κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Γιατί ήταν σημαντικό; Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του Vox, η Τερέζα Γουΐλσον, της American Astronomical Society, αναφέρει πως «ενώ το θερινό ηλιοστάσιο προσελκύει μεγαλύτερο πλήθος, το χειμερινό ίσως να ήταν σημαντικότερο για τους αρχαίους κατασκευαστές του. Σε αυτή τη φάση, σφάζονταν πολλά ζώα για να μη χρειάζεται να ταΐζονται κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και η μπύρα και το κρασί που είχαν φτιαχτεί νωρίτερα ήταν έτοιμα».


 
 
Γιώτα Χουλιάρα για το Geopolitics
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...