Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Ε των ΔΕΛΦΩΝ και των ΕΛΛΗΝΩΝ


Ε των ΔΕΛΦΩΝ και των ΕΛΛΗΝΩΝ

«Τούτο γάρ εικός ου κατά τύχην, ουδ’ οίον από κλήρου των γραμμάτων μόνον εν προεδρία παρά τώ Θεώ γενέσθαι, και λαβείν αναθήματος τάξιν ιερού και θεάματος. Αλλ’η δύναμιν αυτού κατιδόντας ιδίαν και περιττήν, ή συμβόλω χρωμένους προς έτερον τι των αξιών σπουδής τους εν αρχή περί τον Θεόν φιλοσοφήσαντας, ούτως προσέσθαι» (Πλούταρχος, «Περί του του εν Δελφοίς, E)

Τρείς φορές τοποθετήθηκε ένα Ε (ΕΨΙΛΟΝ) στον Πρόναο του Ναού του Απόλλωνος στους Δελφούς. Στον ίδιο χώρο αναγράφονταν το «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ» και το «ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ». Ήταν γνωστά σαν τα «Δελφικά παραγγέλματα», το δε Ε το «προεδρεύον» αυτών. Το παλαιότερο από αυτά (τα Ε) ήταν ξύλινο κι αναφέρεται σαν «Ε των Σοφών», γιατί αφιερώθηκε από τον Σόλωνα, κατά μία εκδοχή, κατά δέ άλλη από όλους μαζί τους τότε αναγνωρισμένους Σοφούς.

Όταν αυτό εφθάρη, οι Αθηναίοι ανέθεσαν στο Ναό το δεύτερο, το οποίο ήταν χάλκινο. Σε αντικατάσταση και αυτού, η Λιβία Δρουσέλλα, σύζυγος του Αυγούστου, αφιέρωσε το τρίτο και τελευταίο, από καθαρό χρυσό.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι η μοναδική πληροφορία για το Ε των Δελφών προέρχεται από τον Πλούταρχο (46 – 17 μ.Χ.), ο οποίος ως Ιερεύς διά βίου, του Απόλλωνος, πρέπει να ήταν κοινωνός και γνώστης των Μυστηρίων. Το ότι λοιπόν ένα γράμμα του Αλφαβήτου, είναι το αποκλειστικό αντικείμενο μιας ολόκληρης διατριβής του, δείχνει, όπως και τα γραφόμενα, την μεγάλη σημασία που ένας συγγραφέας της ολκής του, απέδιδε σ’αυτό.

Το ότι κανείς άλλος δεν έγραψε γι’αυτό, αλλα κι ο διαλεκτικός τρόπος (σε μορφή διαλόγου) που ο ίδιος ο Πλούταρχος το παρουσιάζει, συνηγορούν ότι πρόκειται για κλείδα των Δελφικών Μυστηρίων, γιατί ως γνωστόν η αποκάλυψη στοιχείων τους στους αμύητους, αποτελούσε ηθικό και ποινικό αδίκημα. Γι’αυτό ίσως και ο Παυσανίας (Φωκικά, 24) αναφέρει μόνο τα δύο «παραγγέλματα» αποσιωπόντας το «Ε». Ο Πλάτων (Ίππαρχος 228 Ε) αναφέρει κι αυτός αόριστα και αποφεύγοντας λεπτομέρειες, μόνο «ΤΑ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΑ ΣΟΦΑ».

Στο έργο του Πλουτάρχου, προβάλλονται διάφορες ερμηνείες από τους διαλεγόμενους, σαν προσωπικές τους απόψεις, μερικές αδύναμα τεκμηριωμένες, άλλες ισχυρά, πολλές αλληλοαναιρούσες. Σε κάποιες επεμβαίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος, με πληθώρα αναλύσεων, μη παίρνοντας ρητή θέση, αλλ’ ωστόσο καθοδηγώντας διακριτικά τον αναγνώστη μέσα από μια συνεχή εξέλιξη των απόψεων, από τις αντιληπτικά απλούστερες, στις νοητικά και φιλοσοφικά βαθύτερες.

Δεν μπορεί έτσι να κατηγορηθεί ότι αποκαλύπτει τα των Μυστηρίων, αλλά προτρέπει σε συλλογισμούς προσέγγισής τους, τηρώντας το ρηθέν από τον Ηράκλειτο ότι: «Ο ΑΝΑΞ Ο ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ, ΟΥΤΕ ΛΕΓΕΙ, ΟΥΤΕ ΚΥΠΤΕΙ, ΑΛΛΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ». Τα δε σημαίνοντα διαφέρουν ως προς την προσέγγισή τους, ανάλογα με την πνευματική, την ποιοτική και την μυητική διαβάθμιση των πιστών. Γιατί κι ο ίδιος ο Θεός έχει ανάλογα ονόματα προς αυτούς: είναι ΛΟΞΙΑΣ για τους μη νοούντας, ΠΥΘΙΟΣ για εκείνους που αρχίζουν να μαθαίνουν, να ερωτούν, να ενημερώνονται και ΔΗΛΙΟΣ και ΦΑΝΑΙΟΣ σε όσους φανερώνεται και διαφαίνεται κάποια Αλήθεια. Είναι ΙΣΜΗΝΙΟΣ σ’ αυτούς που γνωρίζουν την αλήθεια και ΛΕΣΧΗΤΟΡΙΟΣ σ’ εκείνους που μεταχειρίζονται αυτήν την Αλήθεια, φιλοσοφώντας.

Η πρώτη άποψη στο διάλογο, δηλωμένη από τον αδελφό του Πλουτάρχου Λαμπρία, είναι πως οι πέντε από τους επτά Σοφούς – οι Χίλων, Θαλής, Σόλων, Βίας και Πιττακός θέλοντας να διαχωρισθούν από τους άλλους δύο, τον Κλεόβουλο τον Λίνδιο και τον Περίανδρο τον Κορίνθιο, οι οποίοι με πλάγια μέσα εξεπόρθησαν τη φήμη του Σοφού – αφιέρωσαν το Ε (δηλαδή τον αριθμό 5) στον Θεό, δηλώνοντας έτσι το πραγματικό πλήθος τους.

Άλλος είπε πως το Ε, όντας το δεύτερο των γραμμάτων, των εχόντων Φωνήν (φωνηέντων), δηλώνει τον Απόλλωνα, τον δεύτερο τη τάξει, μετά τον Δία, Θεόν.

Η τρίτη άποψη του Ιερέος Νικάνδρου είναι ότι, επειδή το Ε γράφεται και ΕΙ (βλ. Δειπνοσοφιστού βιβλ. β’.5: «πάντες οι Αρχαίοι τώ ΟΥ αντί του Ο μακρού στοιχείου προσεχρώντο, παραπλησίως και τώ ΕΙ αντί του Ε μακρού. Ώσπερ ορώμεν καν τη Ιλιάδι το πέμπτον βιβλίον σημειούμενον δια του ΕΙ), είναι χαρακτηριστικό των προς χρησμοδότηιν ερωτημάτων (εάν), αλλά και μόριο ευχής ή παράκλησης.

Η άποψις του Θέοντος, που ακολουθεί, είναι πως ο Θεός ευνοώντας την Διαλεκτική, παραδέχεται αυτό το μόριο (ΕΙ) του συλλογισμού και χρησιμοποιώντας το συχνά στους Χρησμούς του, προτείνει τη χρήση του στους Φιλοσόφους. Γιατί Φιλοσοφία είναι η έρευνα της Αλήθειας και φώς της Αλήθειας η απόδειξη και της απόδειξης αρχή, ο συναπτόμενος συλλογισμός. Και κανένα πράγμα δεν υπάρχει χωρίς αιτία και κανένας συλλογισμός δίχως λογική προϋπόθεση.

Ο Εύστροφος ο Αθηναίος υποστηρίζει πως το Ε δηλώνει την έννοια των αριθμών ως Πεμπάς, αφού οι Σοφοί το αριθμείν ονομάζουν «πεμπάζειν». Εκφράζει έτσι την Πυθαγόρεια θέση ότι ο αριθμός είναι πρώτη και απόλυτη αιτία των πάντων κι ότι ο Θεός αεί γεωμετρεί.

Την άποψη αυτή συμπληρώνει ο ίδιος ο Πλούταρχος, λέγοντας ότι οι αριθμοί διαιρούνται σε άρτιους και περιττούς και η Μονάδα (1) είναι κοινή κατά τη δύναμη και στα δύο είδη, αφού προστιθέμενη, κάνει τον άρτιο περιττό και τον περιττό άρτιο. Το δύο (2) είναι ο πρώτος άρτιος και το τρία (3) ο πρώτος περιττός. Το άθροισμα αυτών των δύο δίνει αριθμό εξαιρετικής τιμής, γιατί πρώτος αυτός αποτελείται από πρώτους και έχει ονομασθεί από τους Πυθαγόρειους Γάμος, λόγω της ομοιότητάς του με την ενωτική σχέση του άρτιου προς το θήλυ και του περιττού προς το άρρεν.

Γιατί από καμιά ανάμιξη τους δεν γεννιέται άρτιος, μα πάντα περιττός και ποτέ άρτιος όταν προστεθεί σε άρτιο, δεν γεννά περιττό, ούτε βγαίνει από τη φύση του, από αυτήν ακριβώς την αδυναμία του να γεννήσει άλλον. Αντίθετα, περιττοί, όταν προστεθούν σε περιττούς, γεννούν πολλούς άρτιους, γιατί πάντα αποτελούν το γόνιμο στοιχείο. Το πέντε (Ε) λέγεται και φύσις γιατί με τον πολλαπλασιασμό επί τον εαυτό του τελειώνει πάντα στον εαυτό του. Γιατί και η φύσις – που από τον σπόρο, μετά από διάφορες μεταμορφώσεις, αποδίδει πάλι σπόρο – πάντα τελειώνει στον εαυτό της.

Κι όταν αυτό (το Ε) προστίθεται στον εαυτό του, γεννά εκ περιτροπής ή τον εαυτό του ή την δεκάδα. Κι αυτό γίνεται επ’ άπειρο. Η ένωσις λοιπόν της Πεμπάδος (Ε) με τον εαυτό της δεν γεννά τίποτε ατελές ή αλλιώτικο, αλλά έχει καθορισμένες μεταβολές. Γεννά ή τον αριθμό του είδους της ή τον τέλειο αριθμό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κοινόν με τον Απόλλωνα, γιατί ο Θεός υμνείται ως αιώνιος και άφθαρτος από την ίδια του την φύση, και άλλοτε ως πύρ τα πάντα εξομοιώνει προς τα πάντα, (ΠΥΡΟΣ Τ’ ΑΝΤΑΜΕΙΒΕΣΘΑΙ ΠΑΝΤΑ ), άλλοτε δε καταφεύγει σε μεταμορφώσεις του εαυτού του ως προς τη μορφή, τη διάθεση και τη δύναμη, όπως ακριβώς κι ο Κόσμος.

Αλλά και στη Μουσική που τόσο αρέσει στον Θεό, η Πεμπάς έχει την σημασία της. Γιατί πέντε είναι οι ορθές συμφωνίες και αν και υπάρχουν πολλά διαστήματα μεταξύ των τόνων, η Μελωδία πέντε μόνο χρησιμοποιεί: τη Δίεση, το Ημιτόνιο, τον Τόνο, το Τριημιτόνιο και το Δίτονο.

Μα και κατά τον Πλάτωνα, αν υπάρχουν περισσότεροι από έναν κόσμοι, τότε αυτοί είναι πέντε. Αλλά κι αν υπάρχει μόνο ένας, όπως λέγει ο Αριστοτέλης, αυτός αποτελείται από πέντε: τον κόσμο της Γης, τον κόσμο του Ύδατος, αυτόν του Πυρός, τον τέταρτο του Αέρος και τον πέμπτο που άλλοι ονομάζουν Ουρανό, άλλοι Φως, άλλοι Αιθέρα και άλλοι Πέμπτη Ουσία (Πεμπτουσία). Αρκετοί Φιλόσοφοι συσχετίζουν μ’ αυτούς τους πέντε κόσμους τις πέντε αισθήσεις, γιατί θεωρούν ότι η αφή είναι σκληρή και γεώδης, η γεύση από την υγρότητά της αποκτά αντίληψη για τις ποιότητες γευστών. Η όσφρηση επειδή είναι αναθυμίασις και άρα γεννάται από την θερμότητα, έχει τη φύση του πυρός. Ο αέρας όταν προσκρούει στο αυτί γίνεται φωνή και ήχος. Και τέλος η όρασις διαλάμπει από το φως και τον Αιθέρα.

Ο διάλογος κλείνει με την άποψη του Αλεξανδρινού φιλοσόφου Αμμωνίου που υποστηρίζει ότι ούτε αριθμό, ούτε τάξη, ούτε σύνδεσμο, ούτε κάποιο άλλο ελλείπον μόριο λέξεως, δηλώνει το Ε. Αλλά ότι είναι αυτοτελής του Θεού προσαγόρευσις και προσφώνησις.

Ο Θεός όταν πλησιάζει κάποιος το Ναό, τον χαιρετά και τον προσαγορεύει με το «ΓΝΩΘΙ Σ’ΑΥΤΟΝ», κι αυτός ανταπαντά «ΕΙ» (είσαι), αναγνωρίζοντας και ομολογώντας ότι πραγματικά Αυτός υπάρχει. Και «ΕΙ ΕΝ», γιατί είναι Ένας (ΕΝ ΔΕ ΑΠΟΛΛΩΝ ) – γι’αυτό λέγεται Α-ΠΟΛΛΩΝ, αρνούμενος τα πολλά και το πλήθος. Λέγεται και ΙΗΪΟΣ γιατί είναι Ένας και μόνος, και ΦΟΙΒΟΣ γιατί οι Αρχαίοι έτσι ονόμαζαν κάθε καθαρό κι αγνό. Ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει την θέση του Αμμωνίου και που αναφέρει ο Γεώργιος Σιέττος στο βιβλίο του, είναι η λεξαριθμική τιμή της εννοίας «Θεός» που ισούται με 284 και της οποίας ο πυθμήν είναι «5» δηλαδή «Ε».

Ο Πλούταρχος τελειώνει εδώ το διάλογο, με την τελευταία άποψη να αναιρεί όλες τις προηγούμενες, χωρίς κάποιο συμπερασματικό επίλογο ή σχόλιο, μη κλείνοντας ουσιαστικά το θέμα κι αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχουν πιθανώς και άλλες πτυχές της Αλήθειας. Τηρεί έτσι ως Μύστης και Ιερεύς, τις Μυστηριακές επιταγές, κάνοντας συγχρόνως ένα άνοιγμα προς τους έξω και αμύητους. Άνοιγμα που έχει από μια μεριά σκοπιμότητα – σε μια εποχή σχετικής παρακμής του Μαντείου κα ανταγωνισμού του από άλλες θρησκείες και Θεούς που εισήγαγαν οι Ρωμαίοι από τα πέρατα της Αυτοκρατορίας – αλλά και η ανάγκη της προβολής και δικαίωσης του Κοσμικού και Νοητικού χαρακτήρα της Απολλώνιας Θεοσέβειας. Η Μυστηριακή όμως ιδιότητα του Συμβόλου παραμένει και πρέπει να παραμένει, «ΑΧΡΙ ΟΥ Τ’ ΑΛΗΘΕΣ ΗΜΙΝ, Ο ΘΕΟΣ ΙΕΡΟΙΣ ΓΕΝΟΜΕΝΟΙΣ ΓΝΩΝΑΙ ΠΑΡΑΣΧΕΙΝ».

Από τους νεωτέρους συγγραφείς ελάχιστοι – απ’ότι γνωρίζω – έχουν διατυπώσει δικές τους απόψεις για το Ε των Δελφών. Ο Στέφ. Καραθεοδωρής, Ιατρός (Κωνσταντινούπολις 1847) και ο Γ. Λευκφρύδης, Δικηγόρος (Αθήναι 1977), οι οποίοι αφού αναφέρονται στα του Πλουτάρχου, διατυπώνουν ο καθένας κι από μια δική του άποψη.

Ο μεν πρώτος, άξιος κατά τα άλλα ερευνητής, δέσμιος ωστόσο θρησκευτικών δογματικών αυτονοήτων του χώρου και χρόνου που έζησε, επισημαίνοντας ότι το Ε συμβολίζει τον Θεό, το συνδέει με το γράμμα (συλλαβή) " " του Εβραϊκού αλφαβήτου, που επίσης συμβολίζει το Θείον, υποστηρίζοντας ότι είναι μετάφρασή του και συνεπώς αποτέλεσμα μαθητείας κι αναγνώρισης κι αποδοχής της Εβραϊκής Θρησκείας από το Δελφικό Ιερατείο (!).

Άποψη κατά τη γνώμη μου εμφανώς λανθασμένη, αφού δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για αυτής της κατεύθυνσης (υπάρχουν πολλές γι’ αντίστροφη) επίδραση του Εβραϊκού Πολιτισμού (αν υπήρξε αυτογεννής τέτοιος) στον Ελληνικό, ούτε κι από αυτόν ακόμη τον συνήθως φίλια διακείμενο προς τα των Φοινίκων Ηρόδοτο.

Αφ’ ενός γιατί όλα τα Πολιτιστικά και Θεογονικά στοιχεία τους (πλην του δόγματος του κυρίαρχου, περιούσιου και εκλεκτού λαού) τα πήραν από τους γύρω λαούς και ιδιαίτερα από τους Έλληνες (π.χ. παραβλ. Ερμή Τρισμέγιστο 9000 π.Χ. με Γένεση, ακαθορίστου ημερομ. Συγγραφής αλλά οπωσδήποτε μετά την 7/10/3761 π.Χ. (!!!) της θεωρούμενης γι’ αυτούς ημερομηνίας δημιουργίας του Κόσμου από τον Γιαχβέ), ή τους Βαβυλώνιους (π.χ. παράβλ. Με Νώε, έπος Γιλγαμές, κι ακόμη παλαιότερα Δευκαλίωνος) ή τους Αιγυπτίους (π.χ. παραβλ. Υμνον προς ΑΤΤΟΝ – 1450 π.Χ. με 103 ο Ψαλμό Δαυίδ – 1000 π.Χ.).

Στην Αίγυπτο άλλωστε, ο θεμελιωτής του Έθνους και των Νόμων τους, Μωυσής (1200 π.Χ.) υπήρξε αξιωματούχος και μυημένος Ιερών γνώσεων. Γνώσεις όμως που και οι Αιγύπτιοι εδιδάχθησαν από τον Έλληνα Ερμή (Θωτ ή Τωτ, 9000 π.Χ.) και τον επίσης Έλληνα μαθητή του, Ορφέα, όταν μεταβάς εις Αίγυπτον «εξελόχευσεν Ιερόν Λόγον» (Αργοναυτικά). Και αφ’ ετέρου γιατί τα στοιχεία χρονολόγησης (παρ’ όλη την κοπτοραπτική τους συρρίκνωση από εκούσιους και ακούσιους καλοθελητές) των εξελικτικών φάσεων του

Ελληνικού Πολιτισμού δεν αφήνουν αμφιβολίες για την Πατρότητα και τις κατευθύνσεις εξάπλωσής του.

Ο δε δεύτερος από τους συγγραφείς, Γεώργιος Λευκοφρύδης, συνδέοντας το Δελφικό Ε με την, κατά την άποψή του, αποκωδικοποίηση του έργου του Αριστοτέλη «Οργάνων Όργανον», υποστηρίζει ότι πρόκειται για διακριτικό σύμβολο ενός Πλανητικού συστήματος στον αστερισμό του Λαγού και του συνωνύμου του Κοσμοσκάφους. Αν και η απόπειρά του, αποκωδικοποίησης του έργου χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα, εναπόκειται στην κρίση του κάθε ερευνητή να καταλήξει για το ακραίο ή όχι της θέσης αυτής.

Η δική μου άποψη (φαινομενικά συγγενής, αλλά από άλλη αφετηρία και σε άλλη κατάληξη με αυτήν που διετύπωσε ο Δ. Μακρυγιάννης στο περιοδικό «Τρίτο Μάτι») για το γράμμα αυτό του Ελληνικού Αλφαβήτου, είναι ότι αποτελεί σε Κοσμικό επίπεδο, καθαρό συμβολισμό του τα πάντα Θείου. Στη Σαμοθράκη έχουν βρεθεί κεραμικά πιάτα ή λύχνοι που χρησιμοποιούνταν σε τελετές των Καβειρίων Μυστηρίων. Άλλα από αυτά είχαν χαραγμένο ένα (Θήτα) και άλλα ένα Ε (Έψιλον). Και τα δύο συμβολίζουν το Θείον.

Το σαν σύμβολο της ταύτισης του Σύμπαντος Όλου με το Κέντρο του, της Δημιουργίας με τον Δημιουργό της!

Το δεύτερο, το Ε, σαν Ενωτικό (η κατακόρυφος) των τρισυπόστατων Πάντων (οι τρεις οριζόντιες), στοιχείο.

Η Ελληνική γλώσσα δεν είναι απλά μια γλώσσα επικοινωνίας. Είναι το παράγωγο μιας Κοσμικής, Συμπαντικής, (γεωμετρικά αντιληπτής), Μήτρας κωδικοποιημένων Εννοιολογήσεων.

Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι: «Παλαμήδης εύρε τα γράμματα ουχ υπέρ του γράφειν μόνον, αλλά και υπέρ του γιγνώσκειν ά δει μη γράφειν» (Βίος Αππολωνίου Τυανέως). Κατά τον Λουκιανό, ο Παλαμήδης – υιός του Ναυπλίου, Ομηρικός ήρως και εφευρέτης του Αλφαβήτου – «…πρώτος ημίν τους νόμους τούτους διατυπώσας, ου τη ταξει μόνον καθ’ην προεδρίαν βεβαιούνται, διώρισεν τι πρώτον έσται ή δεύτερον, αλλά και ποιότητας άς έκαστον έχει και δυνάμεις συνείδον».

Χαρακτηριστικά δηλαδή του Αλφαβήτου εκτός από τη σειρά των γραμμάτων είναι και οι ποιότητες αυτών, αλλά και οι δυνάμεις. Τι σημαίνει όμως, τα γράμματα έχουν ποιότητες και δυνάμεις; Δυνάμεις να κάνουν τι, ή δυνάμεις τίνων;

Η Ελληνική γλώσσα είναι Λόγος. Και ο Λόγος είναι πρώτιστα, αναλογία. Εκφράζεται λοιπόν, πολυσήμαντα και κατ’ αναλογίαν, σε άπειρα διαβαθμιστικά επίπεδα. Από τα πλέον Γήϊνα σαν επικοινωνία, εως τα πλέον Κοσμικά σαν Κοσμικές, Συμπαντικές έννοιες. Το κάθε γράμμα της κάθε λέξης εκφράζει γραμμικά, κραδασμιακά και νοητικά μία τέτοια, Κοσμική έννοια. Έτσι το Ν είναι Νόησις. Το Λ είναι Λόγος. Ο Λόγος όταν αποκτά βάση (-), γίνεται Δ. Διαστημοποιείται, αποκτά Διαστάσεις.

Το Ο είναι μια Ολότητα, ένα Πάν. Το Όλον με το Κέντρο του, ο Δημιουργός και η Δημιουργία, αδιαίρετα μαζί, είναι το (Θήτα), το Θείον, το Σύν-Παν.

Το Ε είναι τα τρία στοιχεία (οι τρεις παράλληλες γραμμές) του Τρισυπόστατου Θείου, ενούμενα. Εξ ού και Ένωσις = ώσις (ώθηση) προς το ΕΝ = ώθηση προς τη Θεία Νόηση.

Αντίθετα το Ξ είναι τα ίδια στοιχεία διαχωριζόμενα. Το Ξένον, το μη ίδιον.

Η έννοια του Τρισυπόστατου Θείου δεν είναι ούτε πρωτιά, ούτε αποκλειστικότητα της Χριστιανικής Θρησκείας. Προϋπήρχε σε όλες σχεδόν τις Θρησκείες, σαν Θεϊκή Τριάς που αποτελείται από το Άρρεν, Ανορίζον στοιχείο του Δημιουργού κι επικαλύπτοντος, το θήλυ στοιχείο του Συντηρητού, του ορίζοντος και Μητρο-παραγωγού, και το δυναμικό στοιχείο του Καταστροφέα και Αναγεννητού, του Δομοποιού και Ζωοποιού.

Στις Ινδίες είναι ο Μπράχμα, ο Βισνού κι ο Σίβα. Στην Αίγυπτο ο Όσιρις, η Ίσης ή η Αθώρ κι ο Ώρος. Στην Ελλάδα ο Ζευς, η Δή-μητρα ή η Λητώ ή η Ήρα ή κάποια άλλη Θεά, σύμβολο θήλειας Μήτρας-Ενέργειας κι ο Απόλλων.

Αλλά και στην Ελληνική Φιλιοσοφία: «Η δε κρείτων και Θειοτέρα φύσις εκ τριών εστί, του νοητού και της ύλης και του εκ τούτων, ον Κόσμον Έλληνες ονομάζουσιν» (Πλούταρχος, περί Ίσιδος και Οσίριδος, 373F) και «Εν δ’ ουν τώ παρόντι χρή γένη διανοηθήναι τριττά. Το μεν γιγνόμενον, το δ’ εν ώ γίγνεται, το δ’ όθεν αφομοιούμενον φύεται το γιγνόμενον και δη και προεικάσαι πρέπει το μεν δεχόμενον μητρί, το δ’ όθεν πατρί, την δε μεταξύ τούτων φύσιν, εκγόνω» (Πλάτων, Τίμαιος 18d). Στον Χριστιανισμό βέβαια, που «δανείσθηκε» αυτά τα στοιχεία από παλαιότερες Θρησκείες ή Μυθολογίες, αιώνες μετά, είναι ο Πατήρ, το Άγον (Άγιον) και ορίζον Πνεύμα και ο Υιός.

Κατά την γνώμη μου λοιπόν, το «Ε» δηλώνει τον Ενωτικό χαρακτήρα του Τρισυπόστατου Θείου και γι’ αυτό αφιερώθηκε, μαζί με τα «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ» και «ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ», που είναι επίσης Ενωτικά παραγγέλματα (αφού δεν νοείται Ένωσις ή ώθηση προς το ΕΝ, χωρίς την βαθιά, Νοητική γνώση του Εγώ, αλλ’ ούτε και προσέγγισής της με παραθλαστικές λειτουργίες υπερβολής-Άγαν) στον Θεό του Φωτός και της Αρμονίας. Αυτό το στοιχείο της Ένωσης συνηγορεί προς την ονομασία «Γάμος», που έδωσαν στο Ε, οι Πυθαγόρειοι. Αλλ’ όχι μόνον.

Γιατί όντας, σαν στοιχείο Λόγου, πολυσήμαντο, ισχύει ταυτόχρονα και σε όλες τις άλλες απόψεις-επίπεδα που αναφέρει στο διάλογό του ο Πλούταρχος, κι ίσως σε αρκετές ακόμα που και άλλοι θα νοήσουν…

Το «Ε» όμως φαίνεται ότι συμβολίζει και κάτι ακόμη. Είναι το αρχικό της εννοίας Έλλην και Ελλάς ή Ελ-λάς. Η ρίζα «Ελ» σημαίνει «φωτεινός» (εξ ού έλιος= ήλιος, σέλας & σελήνη= φώς, ελάνη= λαμπάδα, κτλ). Λάς σημαίνει «λίθος» αλλά και «λαός». Ελ-Λάς λοιπόν είναι «φωτεινός Λαός». Κι αν Κοσμο-ενοιολογήσουμε την λέξη, σύμφωνα με τα γράμματά της που έχουν όπως είπαμε, κατά τους Λουκιανό-Παλαμήδη, «ποιότηταν» και «δύναμιν», ΕΛΛΑΣ είναι η Θεία (=Ε) εν διαστημοποιουμένω (=διπλό γράμμα) Λόγω (=Λ) ανθρώπου (=Α) κραδασμο-ποίησις (=Σ).

Είναι δηλαδή η Θεϊκή, καθ’ ομοίωσιν γένεσις του Έλληνος Ανθρώπου ! Η Μυθολογία άλλωστε, που για μας είναι Μυθοφανής, κεκριμμένη, ακριβής ιστορία, μας λέει το ίδιο ακριβώς. Ο Έλλην – σε αντίθεση με άλλους ανθρώπους (λαούς) που «πλάσθηκαν» από τον Προμηθέα, από χώμα και νερό, (σας θυμίζει τίποτε;)- είναι γιός του ίδιου του βασιλέως και πατέρα των Θεών και της Πύρρας (πύρ = ενέργεια) της κόρης του Επιμηθέα και εγγονής του Τιτάνος Ιαπετού.

Το «Ε» λοιπόν, κατά την γνώμη μου, ως αρχικό του (η χρήση των αρχικών, ακόμη και τώρα δηλώνει ονόματα, τίτλους και λέξεις), συμβολίζει επίσης τον Έλληνα Άνθρωπο. Το διπλό σύμβολο, « » δηλώνει την Ιερή σχέση του Θεού του Φωτός και του Φωτεινού Ανθρώπου. Μια σχέση Φιλίας και ουδέποτε δουλείας και φόβου. Ο Έλλην Άνθρωπος, ως άνω-θρώσκων, λατρεύει και ατενίζει κατάματα τους Θεούς του, που είναι μορφοποιήσεις και οντοποιήσεις Θείων Ενεργειακών Ιδιοτήτων του Ενός και Παντός Θείου! Τους ερευνά και ποσπαθεί με συμβολισμούς και Μύθους να τους αντιληφθεί και με σκοπό να τους Νοήσει. Δεν τους φοβάται αλλά τους τιμά. Δεν προσκυνά. Δεν σκύβει δουλικά στην γή, αλλά σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό, απ’ όπου κατάγεται κι όπου η εξελικτική πορεία Άνθρωπος – Ήρως – Δαίμων – Θεός, πάλι θα τον οδηγήσει.


Οκτώβριος 1998


Άρθρο του Επαμεινώνδα Παντελεμίδη


* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο «Ελλάνιον Ήμαρ», τευχ. 3, ΝΟΕ 1998, με τίτλο "Ε των ΔΕΛΦΩΝ και των ΕΛΛΗΝΩΝ"




theancientwebgreece.wordpress.com
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...