Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Οι αρχαίες ελληνικές λέξεις χρησιμοποιούνται καθημερινά στο λόγο μας



Α
Aλέξω:αποκρούω
αλέξανδρος:αυτός που αποκτούει τους άνδρες, ο πολεμιστής αλεξικέραυνο,αλεξιβρόχιο,αλεξίσφαιρο

Αστέρι / αρχαία ελληνικά αστήρ
αστερίας, αστερισμός, αστερίσκος, αστερόεσσα

Πάντοτε/ αρχαία ελλην. αεί
αείμνηστος , αειθαλλής

άλς : θάλασσα
αλάτι, αλατισμένος , αλμυρός, αλυκή, αλιεία, αλιευτικό

Β
Περπατώ / αρχαία ελληνικά : βαίνω
βήμα, βάση, βασικός, βατός, βαθμός,υπέρβαση, εμβατήριο, ανεβαίνω, έκβαση, διάβαση, πρόσβαση, διαβατήριο, υπνοβάτης,παράβαση, επιβάτης, απόβαση, κατάβαση, ανάβαση, πρόσβαση, πρόβατο

Γ
γη : αρχαία ελληνικά  γαία
γαιοκτήμονας, γαιάνθρακας, γαιότοιχος

γυναίκα : αρχαία ελληνικά : γυνή
γυναικείο, γυναικωνίτης, ανδρόγυνο

Θ
Κυνήγι / αρχαία ελλην. θήρα
λαθροθήρας , χρυσοθήρας , θηρεύω

Κ
κάλλος : αρχ. ελληνικό:  η ομορφιά
καλλωπισμός , καλλίφωνος, καλλιτέχνης, καλλιστεία, καλλίπολη,  καλλιέργεια...

κομέω-ώ: αρχ.ελληνικό: φροντίζω
σαν δεύτερο συνθετικό: βρεφοκομείο, κυνοκομείο, μελισσοκόμος, νοσοκομείο, νοσοκόμος, γηροκομείο...

κόμη:αρχ. ελληνικό ( κομέω-ώ) : τα μαλλιά
κομμωτήριο, κομμωτής , κομμωτική

Η αρχαία λέξη κόμη σημαίνει τα μαλλιά, τις τρίχες του κεφαλιού και μάλιστα τα περιποιημένα μαλλιά, και συνδέεται ετυμολογικά με το αρχαίο ρήμα κομώ που σημαίνει περιποιούμαι (πβ. γηροκομώ, βρεφοκομείο, μελισσοκόμος, νοσοκομείο, νοσοκόμος κ.ά.) και παράγωγό του είναι το ρήμα κομμώ που σημαίνει καλλωπίζω, περιποιούμα μαλλιά με περαιτέρω παράγωγα την κόμμωση, το κομμωτήριο, την κομμώτρια κ.ά. Σήμερα η λέξη κόμη χρησιμοποιείται κυρίως σε αρχαιοπρεπείς εκφράσεις (π.χ. παρά την προχωρημένη ηλικία του, ο πατέρας μου τρέφει ακόμη πλούσια κόμη / και στην κόμη στεφάνι φορεί…)

Λ
ρούχο / αρχαία ελλην. λώπος
λωποδύτης ( αυτός που βουτάει στα ρούχα, κλέβει)

Ο 
όψον: μπουκιά άρτου
οψώνιον  είναι η αγορά τροφίμων και από εκεί προέρχεται η λέξη <<ψώνια>>, ψωνίζω

Π
Θάλασσα : αρχαία ελληνικά : πόντος
ποντοπόρος, υπερπόντιος

Τ
τραγωδία : τράγων ωδή(τραγούδι)
Στα Διονύσια οι άνθρωποι φόραγαν μάσκες τράγων, το ιερό ζώο του θεού Διόνυσου και τραγούδαγαν και χόρευαν.

Τάφος : αρχαία ελλην. τύμβος
τυμβορύχος , επιτύμβιος

Υ 
νερό : αρχαία ελλην. ύδωρ
υδραγωγείο,  λειψυδρία, ύδρευση, υδρορροή, υδραυλικός, υδρόβιος, υδρόβια, υδρόβιο, υδρατμός, υδρατμός, υδροπλάνο,  υδρόγειος, υδροφόρα

Παπούτσι : αρχαία ελλην. υπόδημα
υποδηματοποιείο, υποδηματοποιός

αρχαία ελληνικά κώπη : το κάτω μέρος
κωπηλάτης, κωπηλασία

αρχαία ελλην.πήδον: το επάνω μέρος
πηδάλιο , πηδαλιούχος

Χ
Γη : αρχαία ελλην. χθων
υποχθόνιος , καταχθόνιος , αυτόχθονας


χέρι : αρχαία ελλ.  χειρ
χειροτεχνία,χειροδύναμος, χειραποσκευή, χειραγωγώ, χειραγώγηση,χειρουργός,χερόμυλος



Πηγή


elhalflashbacks
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...