Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Το μαύρο ταμείο των Η.Π.Α.


Η υπερδύναμη χρησιμοποίησε το Δεκέμβρη του 2018 την ονομαζόμενη «ομάδα για την προστασία από πτώσεις» (Plunge Protection Team) που είχε δημιουργηθεί το 1986 από τον πρόεδρο Reagan και η οποία διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα μαύρα ταμεία στον πλανήτη – διοχετεύοντας τα χρήματα κατ’ εντολή του υπουργού οικονομικών στις αγορές.

Ανάλυση

Όπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρεία, «Στα πλαίσια της διαδικασίας παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών, τα χρήματα οφείλουν να φροντίζουν για την πληρωμή των αγαθών, για τις τιμές τους (προσδιορισμός της αξίας τους), καθώς επίσης για τη διαχρονική διατήρηση της αξίας των συγκεκριμένων προϊόντων και των υπηρεσιών, σε χρήμα».

Για να μπορούν όμως τα πάσης φύσεως χρήματα να ανταποκρίνονται στις λειτουργίες τους, ο υπεύθυνος για την «παραγωγή» τους θα πρέπει να εξασφαλίζει τις παρακάτω προϋποθέσεις:

(α) Να είναι το χρήμα υποχρεωτικά αποδεκτό από όλους όσους συναλλάσσονται μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας χρήματα με προϊόντα και υπηρεσίες – άρα να υπάρχει εμπιστοσύνη, αφού το χρήμα σήμερα δεν έχει αντίκρισμα (Fiat money).

(β) Να υπάρχει μία διαχρονικά σταθερή αγοραστική αξία του χρήματος, έτσι ώστε να μπορεί, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθεί αποταμιευτικά.

(γ) Να έχει καθοριστεί ένας υπεύθυνος, ο οποίος να εγγυάται απόλυτα για τα χρήματα που διακινούνται στην εκάστοτε αγορά.

Αυτός τώρα που εξασφαλίζει τις παραπάνω προϋποθέσεις, «ο παραγωγός του χρήματος» δηλαδή στις σύγχρονες Οικονομίες, δεν είναι άλλος από το κράτος – δια μέσου της Κεντρικής Τράπεζας του η οποία, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, φροντίζει να «τυπώνει» το απαραίτητο χρήμα, καθώς επίσης να εγγυάται για τη σωστή λειτουργία του.

Το συνολικό «μέγεθος» τώρα του χρήματος που κυκλοφορεί σε μία Οικονομία, είναι το γινόμενο (πολλαπλασιασμός) της ποσότητας του χρήματος που υπάρχει, επί την ταχύτητα της ημερήσιας κυκλοφορίας του – η οποία συνήθως θεωρείται σταθερή. Εάν δηλαδή έχουμε 100 €, τα οποία διακινούνται πέντε φορές την ημέρα, τότε το μέγεθος του χρήματος είναι 100Χ5 = 500 €.

Περαιτέρω, η «αγοραστική αξία» του χρήματος υπολογίζεται πάντοτε από τη ποσότητα των διαθεσίμων αγαθών, σε σχέση με το συνολικό «μέγεθος» του χρήματος που κυκλοφορεί (ποσότητα επί ταχύτητα).

Για παράδειγμα, εάν σε μία οικονομία η αγοραστική αξία του χρήματος παραμένει διαχρονικά σταθερή, τότε το ποσοστό αύξησης της παραγωγής χρήματος επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του, συμβαδίζει με το ποσοστό αύξησης της παραγωγής αγαθών. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, έχουμε τόσα χρήματα στην αγορά, όσα και προϊόντα (ΑΕΠ) – οπότε εάν μειώνεται το ΑΕΠ, όπως στην Ελλάδα μετά την κρίση, είναι λογικό να περιορίζεται η ρευστότητα.

Εάν όμως διαπιστωθεί ότι, η μέση ετήσια αγοραστική αξία του χρήματος μειώνεται, τότε αυτό σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη οικονομία η μέση ετήσια παραγωγή η/και η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνεται γρηγορότερα, από ότι αυξάνει η μέση ετήσια παραγωγή αγαθών (πληθωρισμός).

Είναι δυνατόν όμως να αυξάνεται η ποσότητα χρήματος από την κεντρική τράπεζα μίας χώρας, χωρίς να χάνει το χρήμα την αγοραστική του αξία βραχυπρόθεσμα, δίχως να επακολουθεί πληθωρισμός δηλαδή, εάν μειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του από τους Πολίτες – οι οποίοι «κινούν βραδύτερα» τα χρήματα που έχουν στη διάθεση τους, διαθέτοντας τα όχι τόσο συχνά στην κατανάλωση.

Ολοκληρώνοντας, από την παραπάνω μικρή περιγραφή τεκμηριώνεται ότι, η «διαχείριση» των ποσοτήτων του χρήματος σε μία Οικονομία είναι αποκλειστικό, «μονοπωλιακό» δηλαδή προνόμιο των τραπεζών – επομένως είναι μία ουσιαστικά κεντρικά κατευθυνόμενη διαδικασία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάγεται στις αρχές της ελεύθερης αλλά της κεντρικά κατευθυνόμενης αγοράς (κομμουνισμός).

Το επιτόκιο του χρήματος
Συνεχίζοντας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα σημερινά χρήματα είναι στην πραγματικότητα «ακάλυπτα» – αφού δημιουργούνται «μονοπωλιακά» από τις τράπεζες και την πίστωση, χωρίς να έχουν κανενός είδους αντίκρισμα. Το επιτόκιο τώρα, είναι ουσιαστικά το κέρδος που «χρεώνεται», για τη χρησιμοποίηση των δανειακών χρημάτων – με το «φυσιολογικό επιτόκιο» να ορίζεται ως αυτό που εξισορροπεί τις αποταμιεύσεις με τις επενδύσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διαχρονική σταθερότητα σε μία Οικονομία.

Ένα τέτοιο «φυσιολογικό επιτόκιο» όφειλε προφανώς να «επέκειτο» στους κανόνες τις ελεύθερης αγοράς, όπου το εκάστοτε μέγεθος του θα καθοριζόταν από την ισορροπία της ζήτησης με την προσφορά. Δηλαδή, εάν η ζήτηση για δανειακά χρήματα αυξανόταν (τα δάνεια πρέπει να έχουν στόχο τις επενδύσεις και ποτέ την κατανάλωση), υπερκαλύπτοντας την προσφορά (αποταμιεύσεις), τότε το επιτόκιο θα αυξανόταν ανάλογα, μέχρι το σημείο που η περαιτέρω αύξηση του θα μείωνε τη ζήτηση – αφού οι επενδύσεις θα ήταν πια ασύμφορες.

Εν τούτοις, το επιτόκιο σήμερα δεν καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά, αλλά από τις κεντρικές τράπεζες (βασικό). Επομένως, η διαμόρφωση του είναι κεντρικά κατευθυνόμενη και μονοπωλιακή – όπως αυτή της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν στις εκάστοτε Οικονομίες οι οποίες, τουλάχιστον όσον αφορά το χρήμα, είναι ουσιαστικά «κομμουνιστικές» (ερμηνεύοντας οικονομικά τον κομμουνισμό, ως ένα κεντρικά κατευθυνόμενο σύστημα).

Τα αποτελέσματα των κεντρικά κατευθυνόμενων επιτοκίων όσον αφορά τα δάνεια, τα οποία συνάπτονται με ένα τεχνητά χαμηλό επιτόκιο, είναι οι λανθασμένες επενδυτικές τοποθετήσεις – αφού εμφανίζονται συμφέρουσες λόγω του ότι το επιτόκιο είναι τεχνητά χαμηλό, ενώ με ένα «φυσιολογικό επιτόκιο» δεν θα διενεργούνταν.

Το γεγονός αυτό επεξηγεί παράλληλα την υπερχρέωση της Ελλάδας, η οποία ουσιαστικά προκλήθηκε από τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια του δανεισμού της, λόγω της εισόδου της στην Ευρωζώνη – επίσης άλλων χωρών (Ιρλανδία, Ισπανία κλπ), οι οποίες επένδυσαν στην αγορά των ακινήτων, στηριζόμενες στα τεχνητά χαμηλά επιτόκια των τραπεζών.

Οι λανθασμένες λοιπόν επενδύσεις, λόγω των αδικαιολόγητα χαμηλών επιτοκίων, οδηγούν τελικά σε «φούσκες» – οι οποίες «εκρήγνυνται», όταν οι κεντρικές τράπεζες αναγκασθούν να αυξήσουν τα επιτόκια, προς την κατεύθυνση του φυσιολογικού, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο υπερπληθωρισμός.

Η υπερχρέωση ενός κράτους είναι ουσιαστικά επίσης μία «φούσκα», η οποία εκρήγνυται όταν αδυνατεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του – συνήθως λόγω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού του, πέρα από τα «όρια» της αντοχής του (φοροδοτική ικανότητα των Πολιτών του, ρυθμός ανάπτυξης κλπ).

Το σημερινό αδιέξοδο
Περαιτέρω, το Δεκέμβριο του 2018 οι τιμές των μετοχών στη Wall Street σημείωσαν μία τόσο μεγάλη πτώση, όσο σε κανέναν Δεκέμβρη από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης – με αποτέλεσμα να προκληθεί ένα παγκόσμιο σοκ στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπου όλοι φοβήθηκαν πως θα αποτελούσε την αφετηρία της επόμενης κρίσης. Εν τούτοις, μεταξύ των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς η εικόνα αντιστράφηκε ραγδαία – οπότε ο Ιανουάριος του 2019 αποδείχθηκε ένας από τους καλύτερους μήνες στα χρηματιστηριακά χρονικά.

Φυσικά οι δραματικές αυτές διακυμάνσεις δεν ήταν τυχαίες – με την έννοια πως η πτώση του Δεκεμβρίου οφειλόταν στην αλλαγή πολιτικής της Fed που ξεκίνησε το 2018, με το σταμάτημα της αύξησης της ποσότητας χρήματος στο σύστημα, καθώς επίσης με την προσπάθεια αναρρόφησης της υπερβάλλουσας ρευστότητας που θα εξυγίαινε επί πλέον τον υπερδιογκωμένο ισολογισμό της (κάτι που δεν έκανε ούτε η Τράπεζα της Ιαπωνίας, ούτε η Ελβετική κεντρική τράπεζα, παρά το ότι οι Ισολογισμοί και των δύο είναι κατά πολύ πιο διογκωμένοι – θεωρώντας πως έχει πλέον νικηθεί το τέρας του υπερπληθωρισμού). Όσον αφορά δε την αντιστροφή της τάσης μετά τα Χριστούγεννα, οφειλόταν στις εξής δύο αιτίες:

(α) Στην πολιτική, όπου οι Η.Π.Α. χρησιμοποίησαν την ονομαζόμενη «ομάδα για την προστασία από πτώσεις» (Plunge Protection Team) που είχε δημιουργηθεί το 1986 από τον πρόεδρο Reagan, η οποία διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα μαύρα ταμεία στον πλανήτη – διοχετεύοντας τα χρήματα κατ’ εντολή του υπουργού οικονομικών στις αγορές και

(β) Στην κεντρική τράπεζα (Fed), στη μεγαλύτερη του κόσμου, η οποία έστειλε το ξεκάθαρο μήνυμα ότι, δεν θα σταματήσει την πολιτική του φθηνού χρήματος, όπως είχε ανακοινώσει λίγο πριν, θέτοντας την στον αυτόματο πιλότο – αλλά πως θα την προσαρμόσει στις ανάγκες της αγοράς, ενώ δεν θα αυξήσει τα επιτόκια, όπως είχε δηλώσει.

Ουσιαστικά λοιπόν η Fed, η μοναδική κεντρική τράπεζα που είχε αλλάξει την πολιτική της, συνθηκολόγησε – υποτάχθηκε στις πιέσεις των επενδυτών και της αμερικανικής κυβέρνησης, αναγνωρίζοντας πως οι χρηματαγορές τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν γίνει τόσο εξαρτημένες από τα νέα χρήματα που δημιουργούν οι τράπεζες από το πουθενά, ώστε να μην είναι σε θέση να αντέξουν χωρίς τη «δόση» τους.

Η κατάσταση όμως αυτή δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα, επειδή η συγκεκριμένη πολιτική, εκτός του ότι έχει αυξήσει τις εισοδηματικές ανισορροπίες, προκάλεσε τεράστιες φούσκες στις αγορές μετοχών, ομολόγων και ακινήτων – οι οποίες, όταν εκραγούν, θα απειλήσουν ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όσο ποτέ μέχρι σήμερα.

Το τι μέλλει γενέσθαι
Συνεχίζοντας, κανένας δεν γνωρίζει τι θα αποφασίσουν η Fed και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες τους επόμενους μήνες. Εν τούτοις υπάρχουν τρεις μόνο εναλλακτικές δυνατότητες, οι οποίες είναι οι εξής:

(α) Η στάση αναμονής: Οι κεντρικές τράπεζες δεν κάνουν απολύτως τίποτα – οπότε μετά από μία ισχυρή άνοδο, όπως αυτή που ευρίσκεται σε εξέλιξη, οι αγορές συνεχίζουν την πτωτική τους πορεία. Ειδικά επειδή προβλέπεται μία παγκόσμια μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, λόγω της μη ισορροπημένης αναδιανομής των εισοδημάτων που εντάθηκε από την πολιτική του QE και των μηδενικών επιτοκίων – καθώς επίσης της υπερχρέωσης κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Με δεδομένες όμως τις σημαντικές κοινωνικές συνέπειες τέτοιων κραχ, όπως είναι οι ζημίες των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων, οι πολιτικοί θα πίεζαν ξανά τις κεντρικές τράπεζες να επαναφέρουν την ποσοτική χαλάρωση (QE) – δηλαδή το τύπωμα νέων χρημάτων και την αύξηση της ρευστότητας. Εάν τώρα οι κεντρικές τράπεζες υποκύψουν στις πιέσεις, η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική – αφού σε καμία περίπτωση το επίπεδο της Ιαπωνίας ή της Ελβετίας, το οποίο εμποδίζει τον υπερπληθωρισμό παρά την υπερβάλλουσα ρευστότητα, δεν συναντάται στις άλλες χώρες.

(β) Η επαναφορά του QE: Εν προκειμένω οι κεντρικές τράπεζες αποφασίζουν για ένα καινούργιο QE, για περαιτέρω ενέσεις ρευστότητας δηλαδή, αμέσως μετά την επόμενη πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών – οπότε παραιτούνται από την εξυγίανση των Ισολογισμών τους, αναβάλλοντας την. Έτσι όμως θα κινδύνευαν να χάσουν την αξιοπιστία τους, η οποία είναι το παν για ένα σύστημα που στηρίζεται σε χρήματα χωρίς αντίκρισμα (Fiat money) – κάτι που θα οδηγούσε τους επενδυτές σε ασφαλή λιμάνια, όπως είναι ο χρυσός, ταυτόχρονα με ανεπιθύμητες παρενέργειες που δύσκολα μπορούν να ελέγξουν.

Για παράδειγμα, οι τιμές θα συνέχιζαν την ανοδική τους πορεία, διογκώνοντας ακόμη περισσότερο τις φούσκες που έχουν ήδη δημιουργηθεί – κυρίως την πιστωτική διεθνώς, η οποία έχει φτάσει ήδη σε επίπεδα μοναδικά στην ιστορία. Ως εκ τούτου το παγκόσμιο ρίσκο θα αυξανόταν πιο πολύ – με κίνδυνο ένα απρόβλεπτο γεγονός, ένας μαύρος κύκνος όπως αποκαλείται, όπως για παράδειγμα η χρεοκοπία της Deutsche Bank, μία σειράς άλλων τραπεζών ή της Ιταλίας, να προκαλέσει την κατάρρευση ολόκληρου του παγκοσμίου συστήματος όπως ένας χάρτινος πύργος. Αρκεί να υποθέσει κανείς τι θα συνέβαινε όταν προέκυπτε κάποιο από τα παραπάνω προβλήματα, όσον αφορά την αγορά των παραγώγων που υπολογίζεται στα 600 τρις $ χωρίς τα νομίσματα, για να κατανοήσει το μέγεθος του σεισμού που θα ακολουθούσε – ο οποίος θα ήταν ανεξέλεγκτος.

(γ) Η εναλλακτική του 1929: Η τρίτη δυνατότητα είναι αυτή που δεν αναμένει κανένας σήμερα – η απορρόφηση δηλαδή της υπερβάλλουσας ρευστότητας, προτού προκληθεί υπερπληθωρισμός ή/και η αύξηση των βασικών επιτοκίων. Μπορεί βέβαια να μην προβλέπεται κάτι τέτοιο, με κριτήριο τις δηλώσεις των κεντρικών τραπεζών, αλλά δεν είναι σωστό να αποκλεισθεί – υπενθυμίζοντας πως ένα τέτοιο μέτρο προκάλεσε το 1929 το μεγαλύτερο παγκόσμιο κραχ όλων των εποχών έως σήμερα, ενώ οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση και στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκτός αυτού, έδωσε τότε την ευκαιρία στις μεγάλες τράπεζες να «καταπιούν» 10.000 μικρότερες – οι οποίες ουσιαστικά χρεοκόπησαν.

Εάν αποφάσιζε κάτι τέτοιο η Fed, ασφαλώς θα το συζητούσε προηγουμένως με τα κορυφαία πιστωτικά ιδρύματα της Wall Street που είναι άλλωστε μέτοχοι της, έτσι ώστε να προετοιμαστούν κατάλληλα – ενώ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε πολύ πιο οδυνηρές συνέπειες σε σχέση με το 1929, επειδή οι φούσκες είναι κατά πολύ μεγαλύτερες και η διεθνής δικτύωση των τραπεζών, καθώς επίσης των πολυεθνικών είναι εκθετικά υψηλότερη.

Το κυριότερο, θα είχε τρομακτικές κοινωνικές συνέπειες – όπως για παράδειγμα την κατάρρευση των εμπορικών και κεφαλαιακών ροών, τη μη πληρωμή συντάξεων, μεγάλες ελλείψεις στην τροφοδοσία με τρόφιμα, ποτά ή φάρμακα, λεηλασίες καταστημάτων και λαϊκές εξεγέρσεις, όπως αυτές που βλέπουμε στη Βενεζουέλα. Επομένως τα κράτη θα ήταν υποχρεωμένα να αντιδράσουν με βίαια κατασταλτικά μέτρα, με αστυνομικές και στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον των διαδηλωτών, με την κήρυξη συνθηκών εκτάκτου ανάγκης και με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου – κάτι που θα προκαλούσε πολλές άλλες παρενέργειες που δεν είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς.

Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, κανένας δεν γνωρίζει τι θα αποφασίσουν οι κεντρικές τράπεζες – όπου όμως όλες οι εναλλακτικές τους δυνατότητες τεκμηριώνουν πως το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει οδηγηθεί σε μία τόσο δύσκολη θέση, μέσω της μη συμβατικής πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης και των μηδενικών επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών, από την οποία δεν υπάρχει διέξοδος με τις κλασσικές μεθόδους.

Ουσιαστικά είναι σαν να δόθηκαν ενέσεις κορτιζόνης σε έναν ετοιμοθάνατο όχι για να τον γιατρέψουν, αλλά απλά και μόνο για να μην πεθάνει – κάτι που όμως δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον, αφού ο οργανισμός παράγει αντισώματα που καθιστούν σταδιακά αναποτελεσματικά τα φάρμακα που παίρνει.


από Βασίλης Βιλιάρδος


analyst.gr
Blog Widget by LinkWithin
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...